Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2026

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ - ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ – ΕΚΛΟΓΕΣ – ΚΟΠΗ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΤΙΚΗΣ ΠΙΤΑΣ

Το Διοικητικό Συμβούλιο του Συλλόγου των Απανταχού Χαλικιωτών

«Η Μεταμόρφωση του Σωτήρος»

σας προσκαλεί θερμά να τιμήσετε με την παρουσία σας τη Γενική Συνέλευση του Συλλόγουη οποία θα πραγματοποιηθεί την Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2026 και ώρα 11:00 π.μ.στον χώρο του ημιωρόφου της καφετέριας «ΒΥΡΩΝΟΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑ» (Καραολή Δημητρίου & Κωνσταντινουπόλεως, Νέα Ελβετία – Βύρωνας).

Θέματα Ημερήσιας Διάταξης

  • Εκλογή νέου Διοικητικού Συμβουλίου

  • Κοπή της πρωτοχρονιάτικης πίτας του Συλλόγου

Η παρουσία και η ενεργή συμμετοχή όλων μας θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική.
Η Γενική Συνέλευση αποτελεί μια όμορφη ευκαιρία να συναντηθούμε από κοντά, να ανταλλάξουμε απόψεις και να συμβάλουμε όλοι στη συνέχεια και την ανανέωση του Συλλόγου μας.

Καλούνται οι συγχωριανοί μας Χαλικιώτες που επιθυμούν να συμμετάσχουν στη στελέχωση του νέου Διοικητικού Συμβουλίου να δηλώσουν το ενδιαφέρον τους.
Η ανανέωση του Δ.Σ. είναι απαραίτητη για τη ζωντάνια και την πορεία του Συλλόγου.

Για δηλώσεις συμμετοχής μπορείτε να επικοινωνείτε με τον:
Αθανάσιο Κ. Ρισβά  697 228 1885

Σας περιμένουμε όλους με χαρά!

Η συμμετοχή σας μας δίνει δύναμη! 

Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2026

Με τη ρόκα στο χέρι: μνήμες από το γνέσιμο των μαλλιών

 


Η ρόκα (λατ. roca, αρχ. ηλακάτη) και τα παρελκόμενά της, το αδράχτι και το σφοντύλι, ήταν η φυσική προέκταση του χεριού της γυναίκας. Στα χωριά μας, παλιότερα, δεν υπήρχε σπίτι χωρίς ρόκα. Θυμάμαι τις μανάδες και τις γιαγιάδες μας, ιδιαίτερα τα μακριά βράδια του χειμώνα, να γνέθουν ασταμάτητα, δουλεύοντας το μαλλί για τις ανάγκες της οικογένειας.

Το γνέσιμο δεν γινόταν ποτέ μόνο του. Συνόδευε κάθε άλλη εργασία: στο βοσκήμα των ζώων, στο περπάτημα, στα νυχτέρια, στο φύλαγμα των παιδιών. Γινόταν παράλληλα με όλες τις δουλειές της ημέρας: στο δρόμο για τη βρύση, στο μύλο, στην κουβέντα με τις γειτόνισσες. Όπου στεκόταν ή περπατούσε η γυναίκα, η ρόκα ήταν μαζί της.

«Και με το γόνα κούναγε
και με τη ρόκα γνέθει»,

λέει χαρακτηριστικά το τραγούδι.

Το γνέσιμο ήταν μεγάλη ανάγκη της οικογένειας. Σχεδόν όλα τα υφάσματα ήταν μάλλινα· βαμβάκι, λινάρι και μετάξι ήταν σπάνια ή άγνωστα. Το μαλλί το λανάριζαν, το έκαναν τουλούπες και έπειτα άρχιζε η δουλειά. Η γυναίκα έδενε την τουλούπα στη ρόκα και, με το αδράχτι και το σφοντύλι, έγνεθε το νήμα. Όταν το αδράχτι γέμιζε, το νήμα τυλιγόταν σε μπάλα: τη δρούγα για το υφάδι ή το κουβάρι για το στημόνι.

Το γνέσιμο συνοδευόταν συχνά από τραγούδι και πειράγματα:

«Πάρε, Μαριώ μ’, τη ρόκα σου,
κι έλα τη φράχτη-φράχτη.
Βάσανα π’ έχει η αγάπη!

Πάρε, Μαριώ μ’, τη ρόκα σου
κι εγώ τον ταμπουρά μου.
Βάσανα π’ έχει η καρδιά μου».

Κοντά στις άλλες δουλειές που όφειλε να ξέρει μια καλή νοικοκυρά, το γνέσιμο κατείχε ξεχωριστή θέση. Σε κάθε χωριό υπήρχαν και ιδιαίτερα καλές γνέστρες, που γνέθανε ξένα μαλλιά «με πλέρα», δηλαδή επί πληρωμή. Ιδιαίτερη δεξιότητα απαιτούσε το γνέσιμο του στημονιού, που έπρεπε να είναι λεπτό, κρουστό και ισόμετρο, γιατί αποτελούσε τη βάση του υφαντού. Το υφάδι, πιο χοντρό, ήταν ευκολότερο και το γνέθαν κυρίως τα κορίτσια που μάθαιναν την τέχνη.

Για το γνέσιμο χρειάζονταν τρία πράγματα: ρόκα, αδράχτι και σφοντύλι.

Εδώ θυμάμαι και τον παππού μου. Ήταν ιερέας, μα πριν απ’ όλα ήταν καλός πελεκάνος. Πολλά απ’ αυτά που ξέρω για τη ρόκα τα έμαθα από εκείνον. Καθόταν ήσυχος, με το ξύλο στα γόνατα, και δούλευε αργά, με σεβασμό. Έλεγε πως το ξύλο δεν θέλει βιασύνη· θέλει χέρι και μεράκι. Για το σκάλισμα χρησιμοποιούσε ένα κοπίδι, που το έλεγαν μπινέλι. Για να το ακονίσει, έψαχνε ειδικές πέτρες –ακόνια– στις ποταμιές, τις ίδιες που χρησιμοποιούσαν για να ακονίζουν τσεκούρια, μαχαίρια και άλλα σιδερένια εργαλεία. Με αυτό το μπινέλι σκάλιζε τις ρόκες, βγάζοντας πάνω στο ξύλο μικρά σχέδια, πουλιά, λουλούδια και σταυρούς. Ακόμη, μόνος του χρησιμοποιούσε παλιά ξυράφια, τα οποία λέπτυνε με τρόχισμα στην πέτρα–ακόνη, για να γίνουν κοφτερά και έτοιμα για σκάλισμα.

Τις ρόκες τις έφτιαχναν συνήθως οι τσοπάνηδες στα βουνά, από έλατο. Η πιο απλή ήταν η ελατίσια ρόκα, πρόχειρη και λειτουργική. Θυμάμαι να λένε πως οι τσοπάνηδες, καθώς περπατούσαν στα βουνά, διάλεγαν έλατοκορφές από γερά, «πιανούμενα» λατσούδια. Τις έκοβαν σε τέτοιο σημείο ώστε να έχουν μήκος περίπου ένα μέτρο ή και παραπάνω. Έκοβαν την πολύ λεπτή κορυφή, που λύγιζε εύκολα, και καθάριζαν όλα τα κλαδιά που έβγαιναν σταυρωτά δεξιά κι αριστερά, αφήνοντας μόνο δύο, κοντά στην κορυφή.

Ύστερα ξεφλούδιζαν με επιμέλεια όλο το ξύλο. Τα δύο κλαδιά που είχαν αφήσει τα λύγιζαν προς τα πάνω και σφήνωναν τις άκρες τους σε δύο τρύπες που άνοιγαν πολύ κοντά τη μία στην άλλη. Έτσι γινόταν η ρόκα. Την άφηναν στον ήλιο να ξεραθεί καλά και ήταν έτοιμη για χρήση.

Υπήρχε και η σταυρόροκα, πιο δουλεμένη, φτιαγμένη από γερό ξύλο, ενώ το πιο σπάνιο και περίτεχνο είδος ήταν η μονοκόματη ρόκα, σκαλισμένη από ένα κομμάτι σκληρού ξύλου. Αυτές τις έφτιαχναν οι δεξιοτέχνες πελεκάνοι, που σκάλιζαν πάνω τους πουλιά, λουλούδια, φίδια, σταυρούς και άλλα σχέδια, τα οποία συχνά χρωμάτιζαν με φυσικές βαφές. Οι σκαλιστές ρόκες ήταν σπάνιες και πολύτιμες.

Το γνέσιμο του υφαδιού, αντίθετα, δεν απαιτούσε μεγάλη δεξιότητα. Γι’ αυτό το έγνεθαν κυρίως τα κορίτσια, που άρχιζαν να μαθαίνουν την τέχνη. Το υφάδι ήταν πιο χοντρό νήμα, πιο εύκολο στο πιάσιμο και στο στρίψιμο. Έτσι, σιγά-σιγά, μάθαιναν τα χέρια τους τη δουλειά.

Με τον ίδιο τρόπο γνέθονταν και τα τραγόμαλλα, για στημόνι και υφάδι. Από αυτά ύφαιναν χοντρά υφάσματα, βαριά και ανθεκτικά, χωρίς ιδιαίτερη καλαισθησία. Ήταν όμως γερά, φτιαγμένα για τη σκληρή ζωή, για τις ανάγκες της καθημερινότητας και όχι για το «μάτι».

Το αδράχτι ήταν απλό στην κατασκευή, ένα κυλινδρικό ξύλο με μυτερές άκρες, ενώ το σφοντύλι απαιτούσε πιο σκληρό ξύλο και μεγαλύτερη τέχνη.

Το γνέσιμο δεν ήταν απλώς εργασία· ήταν τρόπος ζωής, γνώση, συντροφικότητα και μνήμη. Μαζί με το νήμα, οι γυναίκες ύφαιναν την καθημερινότητα και την αντοχή της οικογένειας και του τόπου.

Όλα αυτά σήμερα μοιάζουν μακρινά. Μα όταν τα θυμάμαι, δεν θυμάμαι μόνο τις τεχνικές. Θυμάμαι τα χέρια που δούλευαν, τη μυρωδιά του ξύλου και του μαλλιού, τον ήχο του μπινελιού πάνω στο ξύλο και τη σιωπηλή γνώση που περνούσε από γενιά σε γενιά.

Βιβλιογραφία – Πηγές

Μέγας, Γ. Α., Ελληνική Λαογραφία, τόμος Β΄, Αθήνα (Εργασίες υφαντικής – οικοτεχνία)

Λουκάτος, Δ. Σ., Εισαγωγή στη Λαογραφία, Αθήνα.(Παραδοσιακές εργασίες και κοινωνική ζωή)

Προφορικές μαρτυρίες και προσωπικές μνήμες του συγγραφέως.

Μουσείο Πόρτης, «Η ρόκα – Το γνέσιμο», αναρτήσεις λαογραφικού περιεχομένου. Facebook: Μουσείο Πόρτης Τρικάλων.

Πολιτιστικός Σύλλογος Πολυδρόσου, «Η ρόκα και το γνέσιμο των μαλλιών», ιστολόγιο, 2014.

Αγιορείτης Νέστανης, History of Rokas, λαογραφικό ιστολόγιο, 2014.


Α.Κ.Ρ..








Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2026

Το Θαλασσί μαντήλι της νεράιδας (όπως το ’λεγε ο μπαρμπα Γιώργος)

 Η αφήγηση που ακολουθεί ανήκει στον κόσμο της προφορικής λαϊκής παράδοσης, εκεί όπου η καθημερινή ζωή, η μνήμη και το υπερφυσικό συνυπάρχουν χωρίς σαφή όρια. Οι νεράιδες, γνώριμες μορφές της ελληνικής λαϊκής φαντασίας, εμφανίζονται συχνά σε απομονωμένους τόπους — αλώνια, πηγές, περάσματα και βοσκότοπους — και συνδέονται με μαντήλια, χτενάκια ή άλλα προσωπικά αντικείμενα που λειτουργούν ως δεσμοί ανάμεσα στον ανθρώπινο και τον «άλλο» κόσμο.


Η ιστορία αποδίδεται στον μπαρμπα Γιώργο, άνθρωπο της στάνης και της υπαίθρου, όπως τη μετέφερε ο ίδιος προφορικά στα παιδιά της οικογένειας. Διατηρείται σκόπιμα το ύφος της αφήγησης, με τις σιωπές, τις αποσιωπήσεις και τα ανοίγματα που χαρακτηρίζουν τις ζωντανές αφηγήσεις και αφήνουν χώρο στη φαντασία του ακροατή.

Το κείμενο δεν επιδιώκει να ερμηνεύσει ή να αποδείξει, αλλά να διασώσει έναν τρόπο θέασης του τόπου: ως χώρου ζωντανού, φορτισμένου με μνήμη και παρουσία. Όπως έλεγαν οι παλιοί, ο τόπος δεν είναι ποτέ μόνος.

Ο μπαρμπα Γιώργος, ο Θεός να τον συγχωρέσει, ήταν άνθρωπος της στάνης. Κτηνοτρόφος από γενιά, με μουστάκι πλούσιο και φωνή βαριά. Ανέβαινε και κατέβαινε χρόνια στα Χειμαδιά, στην περιοχή του Αστακού, κι ύστερα έγινε σόγαμπρος στο Χαλίκι, στον οικισμό Λαδικού, όπου πήρε για γυναίκα του την Παναούλα. Τέσσερα παιδιά έκαναν, κι εμείς, τα παιδιά, τον θυμόμαστε τα βράδια να μας λέει ιστορίες.

Μία απ’ αυτές δεν την ξεχάσαμε ποτέ. «Εγώ, παιδιά μ’, με τα μάτια μ’ την είδα…» Έτσι ξεκινούσε.

Ήταν, λέει, ένα βράδυ καλοκαιριού, φεγγαρόλουστο. Είχε πάει στ’ αλώνι, στη θέση Παλιοκόνακα, εκεί που παλιά είχαν τα κονάκια τους οι Βλάχοι και τώρα στέκει ένα πέτρινο αλώνι. Είχε γυρίσει αργά απ’ τη στάνη κι έκατσε λίγο να ξαποστάσει.

Και τότε την είδε. Να ’ρχεται κατά πάνω του μια γυναίκα πανέμορφη. Μαλλιά πλούσια, να γυαλίζουν σαν μετάξι. Φόρεμα άσπρο, να λάμπει στο φως του φεγγαριού. Και στο κεφάλι της ένα θαλασσί μαντήλι, δεμένο χαλαρά.

«Δεν πάταγε στη γη», μας έλεγε. «Σαν να ’γλίστραγε…»

Στάθηκε απέναντί του και τον κοίταξε. Ο μπαρμπα Γιώργος ένιωσε τα γόνατά του να κόβονται, μα ήταν άντρας σκληρός – δεν έκανε πίσω.

— Μη φοβάσαι, του είπε. — Δώσ’ μου το μαντήλι, να φέρω έναν γύρο.

Και του το ζήτησε σιγανά, σαν μυστικό.

Χωρίς να ξέρει το γιατί, ο μπαρμπα Γιώργος το πήρε απ’ το κεφάλι της και της το ’δωσε. Εκείνη το φόρεσε ξανά, το ’σφιξε καλά, κι εκείνη τη στιγμή…

Άστραψε ο τόπος όλος. Έλαμψε η γη σαν μέρα μεσημέρι.

Κι η γυναίκα χάθηκε. Ούτε βήμα, ούτε ανάσα. Σαν να την κατάπιε ο ουρανός.

Ο μπαρμπα Γιώργος έμεινε ώρα πολλή ακίνητος. Σταυροκοπιόταν, μουρμούριζε προσευχές και γύρισε σπίτι του χωρίς να πει λέξη σε κανέναν.

Από κείνη τη νύχτα, όμως, άρχισαν τα παράξενα. Κάθε βράδυ, σαν γύριζε απ’ τη στάνη, έβρισκε την αυλή συγυρισμένη.

«Δεν την ξαναείδα», μας έλεγε χαμηλόφωνα. «Μα ήξερα…πως ερχόταν.»

Και κάθε φορά που τέλειωνε την ιστορία, έκανε τον σταυρό του και μας έλεγε: «Να σέβεστε τον τόπο.Γιατί δεν είναι μόνος…»

Α.Κ.Ρ.

Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2026

«Κάτω στα δασιά πλατάνια» – μια μνήμη από το Χαλίκι ( Διαμαντούλα )

Κάτω στα δασιά τα πλατάνια, 
κάτω στα δασια τα πλατάνια, 
στην κρυόβρυση Διαμαντούλα μ’, 
στην κρυόβρυση. 

 Κάθονταν δυο παλληκάρια, 
κάθονταν δυο παλληκάρια, 
και μια λυγερή Διαμαντουλα μ’ 
και μια λυγερή. 
 
Κάθονταν και τρωγαν και πιναν, 
κάθονταν και τρωγαν και πιναν, 
και κουβέντιαζαν Διαμαντουλα μ’ 
και κουβέντιαζαν. 
 
Διαμαντουλα μ’ γιατί είσαι τέτοια, 
Διαμαντουλα μ’ γιατί είσαι τέτοια, 
τέτοια κίτρινη Διαμαντουλα μ’ 
τέτοια κίτρινη; 

 Μήνα ίσκιος να σε πατάει, 
μήνα ίσκιος να σε πατάει, 
μήνα φάντασμα Διαμαντουλα μ’ 
μήνα φάντασμα; 

                                                                        Παραδοσιακό Μουσική: Παραδοσιακό 

Στο χωριό μας, στο Χαλίκι, μικρός άκουγα πολλά δημοτικά. Άλλοτε στο σπίτι, άλλοτε σε γιορτές και πανηγύρια, κι άλλοτε απλώς “έτσι”, σαν να ήταν μέρος της καθημερινής ανάσας. Τα τραγουδούσαν οι Χαλικιώτες παππούδες και γιαγιάδες με τη δική τους προφορά και τις ντόπιες παραλλαγές, κι αυτό είναι το πιο συγκινητικό: πως το ίδιο τραγούδι δεν ήταν ποτέ “ένα” — ήταν ζωντανό, γινόταν δικό μας.

Κάτω στα δασιά πλατάνια, στην Κρυόβρυση 

κάθονταν δυο παλικάρια και νια λυγερή.

 Κάθονταν και τρων και πίνουν και κουβεντιάζουν: -

- Διαμαντούλα μ΄ τ' εισαι τέτοια κίτρινη: 

Μην ο ίσκιος πατάει, μην αφάντιασμα;

-Μούιδ΄ο ίσκιος με πατάει, μούιδ΄αφάντιασμα, 

με πατάει το παλικάρι τα μεσάνυχτα!...

Δεν τα άκουγες από ραδιόφωνα ούτε από δίσκους· τα άκουγες από στόματα γερασμένα, από φωνές σπασμένες αλλά αληθινές. Τα τραγουδούσαν οι Χαλικιώτες παππούδες και γιαγιάδες, άλλος σιγά, άλλος πιο βαριά, άλλος μ’ ένα παράπονο που δεν ήξερες αν ήταν του τραγουδιού ή της ζωής του. Κάθε τραγούδι είχε τη δική του ανάσα, τη δική του παραλλαγή, τη δική του ντοπιολαλιά. Και κανείς δεν νοιαζόταν αν “έτσι είναι οι σωστοί στίχοι”. Έτσι το θυμόντουσαν, έτσι το λέγαν.

Ανάμεσα σ’ αυτά, ξεχωριστή θέση είχε το «Κάτω στα δασιά πλατάνια – η Διαμαντούλα». Δεν ήταν χαρούμενο τραγούδι. Ούτε για γλέντι. Ήταν από εκείνα που τα λες και πέφτει σιωπή.

Το «Κάτω στα δασιά πλατάνια (Διαμαντούλα)» είναι ένα ηπειρώτικο τραγούδι που κουβαλά την ατμόσφαιρα της πέτρας, του νερού και της νύχτας. Στον πυρήνα του έχει μια σκηνή απλή, σχεδόν κινηματογραφική, που όμως ανοίγει πόρτα σε κάτι βαθύτερο: φόβο, τιμή, ανείπωτο τραύμα, και μια σκοτεινή υπόνοια για το “τι συμβαίνει όταν πέφτει η νύχτα”.

Ο τόπος: πλατάνια και κρυόβρυση — το σκηνικό δεν είναι τυχαίο

«Κάτω στα δασιά τα πλατάνιαστην κρυόβρυση…»

Τα πλατάνια και η βρύση στα ηπειρώτικα τραγούδια είναι κάτι παραπάνω από δέντρα και νερό. Είναι τόποι συνάντησης, τόποι κοινότητας, αλλά και τόποι οριακοί: εκεί που το ανθρώπινο ακουμπάει στο άγριο της φύσης. Η κρυόβρυση ειδικά (κρύο νερό, σκιά, υγρασία) χτίζει ένα κλίμα: σιωπή, δέος, κάτι που “σε παγώνει”. Σαν να προετοιμάζει το τραγούδι ότι η ιστορία δεν θα πάει χαρούμενα.

Η σκηνή: δύο παλληκάρια και μια λυγερή — τριγωνική ένταση

«Κάθονταν δυο παλληκάρια / και μια λυγερή…»

Το σχήμα δύο άντρες + μία γυναίκα γεννά αμέσως ένταση, ακόμα κι αν δεν ειπωθεί. Τα “παλληκάρια” στα δημοτικά δεν είναι απλώς νέοι: είναι τιμή, δύναμη, αντρεία, κοινωνική θέση. Η “λυγερή” δεν είναι απλώς όμορφη: είναι ευθραυστότητα, νιότη, κάτι που “λυγάει” εύκολα από τη μοίρα.

Κι έπειτα:

«Κάθονταν και τρώγαν και πίναν / και κουβέντιαζαν…»

Το φαγητό και το πιοτό εδώ δεν είναι διασκέδαση. Είναι το “ήρεμο πριν την αποκάλυψη”, σαν η καθημερινότητα να λειτουργεί ως κάλυμμα για κάτι που καίει από μέσα.

Το κέντρο του τραγουδιού: “γιατί είσαι τέτοια κίτρινη;”

«Διαμαντούλα μ’ γιατί είσαι τέτοια, τέτοια κίτρινη;»

Η κιτρινάδα στη λαϊκή γλώσσα δεν είναι απλώς χρώμα. Είναι: χλομάδα από φόβο, αρρώστια (σωματική ή “ψυχική”), στενοχώρια, “μαράζι”, ή και ντροπή/βάρος που δεν λέγεται. Οι άντρες ρωτούν, αλλά δεν ρωτούν τρυφερά. Υπάρχει μια σκιά ελέγχου: τι συνέβη; ποιος σε άγγιξε; ποιος σε σημάδεψε; Το δημοτικό τραγούδι συχνά μιλάει για τα πιο βαριά πράγματα πλάγια, με μια φράση.

Η φοβερή υπόνοια: ίσκιος, φάντασμα — “τι σε πατάει;”

«Μήνα ίσκιος να σε πατάει, μήνα φάντασμα;»

Εδώ το τραγούδι πατάει σε έναν κόσμο παλιό, που τον ξέρανε καλά οι μεγαλύτεροι: ο κόσμος όπου η νύχτα έχει βάρος, η μοναξιά έχει πλάσμα, και οι άνθρωποι μιλάνε για το κακό με μισόλογα. Ίσκιος: δεν είναι μόνο σκιά. Είναι κάτι που σε σκεπάζει, σε πλακώνει, σε αδυνατίζει. Φάντασμα/αφάντασμα (όπως το λέγατε): κάτι άυλο και τρομακτικό, αλλά και ένας τρόπος να ειπωθεί κάτι ανείπωτο χωρίς να κατονομαστεί. Κι εδώ έρχεται η δική σας, ντόπια κορύφωση — αυτή που θυμάστε από τους Χαλικιώτες:

«Μού’ιδ’ ο ίσκιος με πατάει, μού’ιδ’ αφάντιασμα με πατάει, το παλικάρι τα μεσάνυχτα…»

Αυτό το μισόκρυφο “κλείδωμα” αλλάζει τα πάντα.

 Τι λέει στ’ αλήθεια η παραλλαγή του χωριού: από το υπερφυσικό στο ανθρώπινο

Στην “επίσημη” μορφή, η ερώτηση μένει στο αίνιγμα (ίσκιος/φάντασμα).
Στη ντόπια παραλλαγή, έρχεται η αποκάλυψη: Δεν είναι (μόνο) ίσκιος. Δεν είναι (μόνο) φάντασμα. Είναι “το παλικάρι τα μεσάνυχτα”.

Εδώ το τραγούδι μπορεί να διαβαστεί με δυο τρόπους, και η δύναμή του είναι ακριβώς ότι αφήνει χώρο: Κυριολεκτικός/λαϊκός τρόπος: “με πατάει” σαν εφιάλτης, σαν νυχτερινό πλάκωμα (αυτό που οι παλιοί το συνέδεαν με “σκιά”, “πλάσμα”). Κοινωνικός/συμβολικός τρόπος: “με πατάει” ως καταπίεση, επιβολή, παραβίαση — μια πράξη που γίνεται “τα μεσάνυχτα”, κρυφά, και αφήνει τη γυναίκα “κίτρινη”.

Το δημοτικό συχνά δεν κατονομάζει. Γιατί η κοινότητα δεν άντεχε να πει τα πράγματα ωμά, ή γιατί η τιμή και ο φόβος έβαζαν σιωπή. Έτσι γεννιούνται οι λέξεις ίσκιος και αφάντασμα: σαν πέπλο πάνω στο πραγματικό.

Οι ιδιωματισμοί: η γλώσσα του Χαλικίου ως μνήμη

Οι φράσεις που θυμάστε έχουν εκείνη την χωριάτικη οικονομία και μουσικότητα:

 «μoύ’ιδ’» / «μου ’ιδε» = μου είδε / μου ήρθε / με βρήκε (το “βρήκε πάνω μου”, “με έπιασε”).

«αφάντιασμα» = παραλλαγή του “φάντασμα”, με τον ντόπιο ήχο που κάνει τη λέξη πιο “δική μας”.

«τα μεσάνυχτα»: όχι απλώς ώρα, αλλά σύμβολο: κρυφό, απαγορευμένο, επικίνδυνο.

Αυτά δεν είναι “λάθη” ή “παραφθορές”. Είναι η σφραγίδα του τόπου. Όπως αλλάζει το νερό από πηγή σε πηγή, έτσι αλλάζει και το τραγούδι από χωριό σε χωριό. Γιατί τέτοια τραγούδια έμεναν: επειδή μιλούν για πράγματα που δεν λύνονται.

Το “Διαμαντούλα μ” έχει κάτι από λαϊκή τραγωδία. Δεν μας δίνει κάθαρση, δεν μας λέει “και ζήσαν αυτοί καλά”. Μας αφήνει με την εικόνα: ενός τόπου (πλατάνια – βρύση), μιας παρέας (δύο παλληκάρια – μια λυγερή), και μιας κοπέλας που έχει πάνω της κάτι βαρύ (“με πατάει”). Γι’ αυτό και το θυμούνται οι άνθρωποι. Επειδή μέσα σε λίγους στίχους χωράει ένα ολόκληρο σύμπαν: φύση, κοινότητα, φόβος, ντροπή, αντρική δύναμη, γυναικεία ευαλωτότητα, και τη νύχτα που κάνει τα πάντα πιο επικίνδυνα.

Όταν το έλεγαν οι παππούδες και οι γιαγιάδες στο Χαλίκι, δεν το έλεγαν για να δείξουν φωνές ή στόλισμα. Το έλεγαν σαν μαρτυρία: “έτσι είναι ο κόσμος”, “έτσι πατάει η μοίρα”, “έτσι βαραίνουν τα μυστικά”. Και η ντόπια παραλλαγή — που ρίχνει το βάρος από το “φάντασμα” στο “παλικάρι” — κάνει το τραγούδι ακόμα πιο δυνατό, γιατί το φέρνει από τον μύθο στην ανθρώπινη αλήθεια.

Γι’ αυτό και έμειναν. Γιατί δεν ήταν μόνο τραγούδια. Ήταν μνήμη, ήταν προειδοποίηση, ήταν τρόπος να ειπωθούν πράγματα που αλλιώς δεν λέγονταν ποτέ. Και κάθε φορά που τα θυμάμαι όπως τα έλεγαν οι παππούδες και οι γιαγιάδες στο Χαλίκι, καταλαβαίνω πως μαζί με τους στίχους μας παρέδωσαν και μια αλήθεια βαριά — ειπωμένη χαμηλόφωνα, όπως ταιριάζει στα πιο δύσκολα.

Βιβλιογραφία

Πολίτης, Ν. Γ. (1914). Εκλογαί από τα τραγούδια του ελληνικού λαού. Αθήνα: Εστία.
Μέγας, Γ. Α. (1957). Ελληνικά δημοτικά τραγούδια. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.
Καράς, Σ. (1970). Ηπειρωτικά δημοτικά τραγούδια. Αθήνα: Σύλλογος προς Διάδοσιν της Εθνικής Μουσικής.
Λιάβας, Λ. (1999). Το δημοτικό τραγούδι στην Ήπειρο. Αθήνα: Νεφέλη.
Πολίτης, Α. (1984). Το δημοτικό τραγούδι. Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης (ΜΙΕΤ).
Λουκάτος, Δ. (1977). Εισαγωγή στη λαογραφία. Αθήνα: Οδυσσέας.
Μερακλής, Μ. Γ. (1989). Λαϊκός πολιτισμός και προφορική παράδοση. Αθήνα: Καστανιώτης.

Λιάκος, Α. (2007). Πώς το παρελθόν γίνεται ιστορία. Αθήνα: Πόλις.

Α.Κ.Ρ.

Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2026

Οι χωριανοί (Γεώργιος Αθάνας)

Όλοι μας γνωριζόμαστε από ανήλικα παιδιά˙
με το μικρό του τ’ όνομα ο ένας τον άλλον κράζει.

Στα μυστικά μας δεν μπορεί να βάλουμε κλειδιά,
ξέρει ο καθένας στ’ αλλουνού τα μάτια να διαβάζη.

Σαν όπως τα τρεχούμενα μοιράζουμε νερά
και τα σπαρτά ποτίζουμε καθείς με την αράδα,
έτσι τις μοιραζόμαστε και θλίψη και χαρά,
για βρέχει σ’ όλο το χωριό, για σ’ όλο είναι λιακάδα!

Γάμος; Αστράφτει από χαρά και γέλιο το χωριό
κι αντιλαλεί το νυφικό τραγούδια πέρα ως πέρα.
Θάνατος; Όλοι θλιβεροί˙ κι απ’ το καμπαναριό
κατάμαυρο η καμπάνα μας τον βάφει τον αγέρα.

Διάπλατα τις εξώπορτες η καλωσύνη ανοί
και στο παλάτι του τρανού και στου φτωχού την τρούπα˙
κι όποιος περάση κι όποιος μπη, γιορτή – καθημερνή,
θα βρη στρωμένο καναπέ, θα βρη γλυκό στην κούπα.

Χώρια απ’ τις έγνοιες της ζωής, τους χάρους τους πικρούς,
μεσ’ στις καρδιές μας έχουμε παντοτινόν Απρίλη,
κι όσες τσουκνίδες βγαίνουνε μονάχες στους αγρούς,
εκεί ξεμοναχιάζονται πνιχτές στο χαμομήλι…

«Πρωινό ξεκίνημα» Γεώργιος Αθάνας.

ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΕΠΙΛΟΓΗ ΘΑΝΑΣΗΣ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ
ΙΔΡΥΜΑ Γ. ΚΑΙ Μ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗ-ΝΟΒΑ ΝΑΥΠΑΚΤΟΣ 2001
«Αναρτάται για πολιτιστικούς και μη κερδοσκοπικούς σκοπούς»

   Το ποίημα «Οι χωριανοί» αποτελεί έναν ύμνο στη συλλογική ζωή του ελληνικού χωριού, όπως αυτή διαμορφώθηκε μέσα στον χρόνο: με οικειότητα, αλληλεγγύη, κοινές χαρές και κοινές λύπες. Ο ποιητής δεν εξιδανικεύει επιφανειακά την επαρχιακή ζωή· αντίθετα, αναδεικνύει την ανθρώπινη εγγύτητα που γεννιέται όταν οι άνθρωποι ζουν πραγματικά μαζί. 

    Από τους πρώτους στίχους γίνεται φανερό ότι στο χωριό οι σχέσεις είναι βαθιές και διαχρονικές. Οι άνθρωποι γνωρίζονται «από ανήλικα παιδιά» και δεν χρειάζονται κλειδιά για τα μυστικά τους, γιατί «ο καθένας στ’ αλλουνού τα μάτια να διαβάζει». Η εμπιστοσύνη και η ειλικρίνεια αποτελούν θεμέλια της κοινότητας.

    Η εικόνα του νερού και των χωραφιών λειτουργεί συμβολικά: όπως το νερό μοιράζεται δίκαια για να ποτιστούν τα σπαρτά, έτσι μοιράζονται και τα συναισθήματα. Η χαρά και η λύπη δεν είναι ατομικές εμπειρίες, αλλά συλλογικά βιώματα. Όταν συμβαίνει κάτι, επηρεάζει ολόκληρο το χωριό — «βρέχει σ’ όλο το χωριό» ή «λιακάδα για όλους».

    Στους στίχους για τον γάμο και τον θάνατο, ο ποιητής παρουσιάζει τις δύο πιο δυνατές στιγμές της ανθρώπινης ζωής. Ο γάμος γεμίζει το χωριό φως, τραγούδι και γέλιο, ενώ ο θάνατος το βυθίζει στη σιωπηλή θλίψη. Ακόμη και η καμπάνα «βάφει τον αγέρα», δείχνοντας πως το πένθος δεν ανήκει μόνο στην οικογένεια αλλά αγκαλιάζει ολόκληρη την κοινότητα.

    Ιδιαίτερη σημασία έχει και η αναφορά στη φιλοξενία και την καλοσύνη. Οι πόρτες ανοίγουν διάπλατα τόσο στο «παλάτι του τρανού» όσο και «στου φτωχού την τρούπα». Δεν υπάρχει κοινωνικός αποκλεισμός· όποιος περάσει θα βρει ζεστασιά, γλυκό και καναπέ. Η καθημερινότητα μεταμορφώνεται σε γιορτή μέσα από την ανθρώπινη επαφή.

    Το ποίημα κλείνει με μια αισιόδοξη εικόνα: παρά τις πίκρες και τις δυσκολίες της ζωής, μέσα στις καρδιές των χωριανών υπάρχει «παντοτινός Απρίλης». Ακόμη και τα αγκάθια, οι «τσουκνίδες», χάνουν τη δύναμή τους μέσα στο «χαμομήλι», σύμβολο γαλήνης, απλότητας και ίασης.

    Συνολικά, το ποίημα υπενθυμίζει ότι το χωριό δεν είναι μόνο τόπος, αλλά τρόπος ζωής και στάση απέναντι στον άνθρωπο· μια κοινότητα όπου η μοναξιά δεν βρίσκει χώρο και όπου το «εμείς» προηγείται του «εγώ».

    Διαβάζοντας το ποίημα «Οι χωριανοί», δύσκολα μπορούσε κανείς να μη σκεφτεί το χωριό μας το Χαλίκι Τριχωνίδας. Έναν τόπο όπου οι άνθρωποι γνωρίζονταν με το μικρό τους όνομα, όπου οι χαρές και οι λύπες δεν έμεναν ποτέ μοναχικές και όπου η πόρτα του σπιτιού —φτωχού ή πλούσιου— άνοιγε με καλοσύνη.

Στο Χαλίκι, όπως και στο ποίημα, οι γάμοι γίνονταν χαρά για όλους και οι απώλειες βάραιναν ολόκληρη την κοινότητα. Οι εποχές άλλαζαν, οι καιροί δυσκόλευαν, όμως η ανθρώπινη ζεστασιά, η φιλοξενία και το «μαζί» κρατούσαν ακόμη. Αυτός ο «παντοτινός Απρίλης» που περιέγραφε ο ποιητής υπήρξε η μνήμη, η ρίζα και η ψυχή του χωριού μας.

Η ανάρτηση αυτού του ποιήματος δεν ήταν απλώς μια λογοτεχνική επιλογή· υπήρξε μια υπενθύμιση του ποιοι ήμασταν και τι άξιζε να κρατήσουμε ζωντανό.

Α.Κ.Ρ.

Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2026

Σκεπάσματα και στρώματα στην παραδοσιακή Χαλικιώτικη κοινωνία (και όχι μόνο…)

 

Τέτοιες κρύες μέρες θυμάμα τα παλιά σπίτια στο Χαλίκι. Θυμάμα τις βαριές κουβέρτες, τα μάλλινα στρωσίδια, τις βελέντζες και τις τσέργες που σκέπαζαν ολόκληρη τη φαμελιά. Τότε που το κρύο δεν το πολεμούσες με καλοριφέρ, αλλά με υφαντά φτιαγμένα από χέρια γνωστά, από γυναίκες του σπιτιού.

Στο Χαλίκι, όπως και σε όλη την Αιτωλία, τα σκεπάσματα και τα στρώματα δεν ήταν απλά πράγματα του σπιτιού. Ήταν προίκα, ήταν κόπος, ήταν τιμή. Ο Αιτωλός τα αποκτούσε από τη γυναίκα του· τα έπαιρνε προικιό όταν παντρευόταν. Και η προίκα δεν μετριόταν μόνο σε ποσότητα, αλλά κυρίως σε δουλειά και τέχνη.

Προίκα που ζέσταινε το σπίτι

Όποιος είχε κορίτσι σε ηλικία γάμου, είχε και τα προικιάτικα υφαντά στοιβαγμένα στο σπίτι. Με αυτά σκέπαζαν τους δικούς τους και με αυτά φιλοξενούσαν τον ξένο. Δεν ήταν τυχαίο πως, όταν έρχονταν ξένοι στο χωριό και ήξεραν πως θα ξενυχτήσουν, προτιμούσαν σπίτια με κορίτσια: εκεί υπήρχαν πάντα καλά, καθαρά και ζεστά σκεπάσματα.

Τα προικιά στην Αιτωλία τα ύφαινε η ίδια η νύφη. Σπάνια οι γονείς δεν έβαζαν τα κορίτσια στον αργαλειό. Και όποια δεν ήξερε να υφαίνει, δύσκολα λογαριαζόταν προκομμένη. Η υφαντική ήταν μάθημα ζωής, όχι απλώς τέχνη.

Η βελέντζα και η τσέργα – βαριά για τον χειμώνα

Το πιο σπουδαίο σκέπασμα ήταν η βελέντζα. Μάλλινη, βαριά, φτιαγμένη για το τσουχτερό κρύο της περιοχής. Άλλοτε λευκή με χρωματιστές ταινίες στις άκρες, άλλοτε βαμμένη κόκκινη ή τριανταφυλλιά, κι άλλοτε παρδαλή, γεμάτη νερά και σχέδια.

Η βελέντζα φτιαχνόταν από κομμάτια υφάσματος που συρράβονταν προσεκτικά με χοντρά μάλλινα ράμματα. Αυτό το ράψιμο δεν ήταν εύκολη δουλειά και το αναλάμβαναν γυναίκες μεγάλης πείρας. Από τον αριθμό των κομματιών έπαιρνε και το όνομά της: με δυο, με τρία, με τέσσερα φύλλα.

Αν είχε κρόσσια, λεγόταν τσέργα. Παλιά, η τσέργα δεν έλειπε από κανένα σπίτι. Ολόκληρη η φαμελιά σκεπαζόταν με ένα σκέπασμα, εκτός από το αντρόγυνο. Ήταν άλλος τρόπος ζωής, πιο σφιχτός, πιο δεμένος.

Χεράμια και μαντανίες – για στρώμα και σκέπασμα



Τα χεράμια και οι μαντανίες είχαν διπλή χρήση. Στρώνονταν στο πάτωμα ή πάνω σε άλλα στρώματα και τη νύχτα σκέπαζαν τους ανθρώπους. Πολύχρωμα, με κεντίδια και σχέδια, στόλιζαν και ζέσταιναν μαζί.


Σε πολλά ορεινά χωριά, η μαντανία λεγόταν «κορτσίδα», γιατί την ύφαινε το κορίτσι για την προίκα του. Άλλοτε απλή, άλλοτε καραμελωτή, άλλοτε κυλιμίσια, κάθε μαντανία είχε τον χαρακτήρα της.

Τα στρώματα και το στρωσίδι

Τα μάλλινα στρώματα φτιάχνονταν σαν μεγάλοι σάκοι. Συρράβονταν κομμάτια υφάσματος, γεμίζονταν με παλιοκούρελα ή πρόβια μαλλιά και ράβονταν έτσι ώστε να μη μαζεύεται το γέμισμα. Πάνω τους έμπαινε το σεντόνι, συνήθως λευκό, καμιά φορά με χρωματιστές άκρες.

Για στρωσίδι, το ωραιότερο και χρησιμότερο ήταν το κυλίμι. Ήταν ο ντόπιος τάπητας. Χρειαζόταν μεγάλη τέχνη για να υφανθεί, ιδιαίτερα τα κεντητά κυλίμια, που πολλές φορές ήταν αληθινά έργα τέχνης. Το μεγάλο κυλίμι της σάλας ήταν καμάρι του σπιτιού.


Για το βαρύ κρύο του βουνού

Στα πιο ορεινά μέρη, όπου το κρύο ήταν αβάσταχτο, έφτιαχναν σκεπάσματα από γίδινα μαλλιά: το τσόλι ή τραγότσολο. Τραχύ, αλλά ζεστό, αναγκαίο για τις νύχτες του χειμώνα.

Για την προίκα έφτιαχναν ακόμη και σπαργανήθρες – μικρά χεραμάκια ή μαντανίες, συχνά από απομεινάρια υφασμάτων, για τα παιδιά που θα ’ρχονταν. Έτσι η υφαντική συνόδευε τη γυναίκα σε όλη της τη ζωή.

Μνήμη υφασμένη στον χρόνο

Και τέτοιες κρύες μέρες θυμάμα πως τίποτα δεν πήγαινε χαμένο. Κάθε κουρέλι, κάθε μαλλί, κάθε κλωστή έβρισκε τη θέση του. Τα σκεπάσματα και τα στρώματα δεν ζέσταιναν μόνο το σώμα· ζέσταιναν το σπίτι, τη φαμελιά και τη μνήμη.

Σήμερα, όσα από αυτά σώζονται ακόμη στα παλιά σπίτια του Χαλικιού είναι κομμάτια ζωής. Κι όσο τα θυμόμαστε και τα λέμε, τόσο συνεχίζουν να μας σκεπάζουν.

Α.Κ.Ρ.

Σάββατο 20 Δεκεμβρίου 2025

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΕΣ ΕΥΧΕΣ

 Ο Σύλλογος Απανταχού Χαλικικιωτών σας εύχεται ολόψυχα 

Καλά Χριστούγεννα και 

Ευτυχισμένο το Νέο Έτος!




Είθε αυτές οι άγιες ημέρες να φέρουν σε όλους υγεία, αγάπη, ειρήνη και ελπίδα,
και το νέο έτος να είναι γεμάτο χαμόγελα, δημιουργία και πρόοδο για τον τόπο μας και τους ανθρώπους του.

Με θερμές ευχές,
Το Διοικητικό Συμβούλιο

Παρασκευή 18 Απριλίου 2025

ΑΝΑΣΤΑΣΙΜΕΣ ΕΥΧΕΣ

 Σύλλογος Απανταχού Χαλικιωτών


Αγαπητά μέλη και φίλοι του Συλλόγου,

Η Ανάσταση του Κυρίου ας φέρει φως, ελπίδα και δύναμη σε κάθε σπίτι και καρδιά.

Ευχόμαστε σε όλους Καλή Ανάσταση και Καλό Πάσχα με υγεία, αγάπη και προκοπή!

Ας είναι αυτές οι Άγιες Μέρες αφορμή για ενότητα, ειρήνη και αναγέννηση για τον τόπο μας και τον κόσμο όλο.


Με τιμή,

Το Διοικητικό Συμβούλιο

του Συλλόγου Απανταχού Χαλικιωτών

Παρασκευή 21 Μαρτίου 2025

"25η Μαρτίου 1821: Ημέρα Δόξας, Πίστης και Ελευθερίας"

 




Ο εορτασμός της εθνικής επετείου της 25 Μαρτίου καθιερώθηκε να τιμάται κάθε χρόνο αυτή την ημέρα το 1838, με βασιλικό διάταγμα της κυβέρνησης του ΄Οθωνα.

 Διπλή γιορτή χαρακτηρίζεται η συγκεκριμένη ημέρα για το έθνος των Ελλήνων.

Και αυτό, γιατί γιορτάζουμε δύο σημαντικά γεγονότα. Το πρώτο σπουδαίο γεγονός είναι το άγγελμα της ενσαρκώσεως του Κυρίου που έφερε ο άγγελος στην Θεοτόκο- τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου. Ο μονογενής Υιός του Θεού θα ερχόταν στον κόσμο για να διώξει την αμάθεια και να χαρίσει στην ανθρωπότητα την ειρήνη, την αγάπη και την ελευθερία.

Το δεύτερο επίσης σπουδαίο γεγονός, το οποίο όλος ο ελληνικός κόσμος γιορτάζει και θυμάται με ευλάβεια αυτή τη μέρα, είναι η επανάσταση του 1821.

Η ελληνική επανάσταση του 1821, ήταν η ένοπλη εξέγερση των επαναστατημένων Ελλήνων εναντίον της Οθωμανικής αυτοκρατορίας με σκοπό την αποτίναξη της οθωμανικής κυριαρχίας από τα ελληνικά εδάφη και την δημιουργία ανεξάρτητου κράτους.

Ήταν επιθυμία τόσο του Αλέξανδρου Υψηλάντη όσο και της Φιλικής Εταιρείας η έναρξη της επανάστασης να ταυτιστεί με μία σπουδαία εκκλησιαστική ημέρα, για την ενίσχυση του φρονήματος των υπόδουλων Ελλήνων. Η σύνδεση της ημερομηνίας με τον Ευαγγελισμό προσέδωσε θρησκευτική βαρύτητα στον αγώνα, ενώ η μέρα επιλέχθηκε και για πρακτικούς λόγους, καθώς μέσα στους θρησκευτικούς εορτασμούς θα μπορούσαν να κρύψουν την εξέγερση.

 Ο λαός μας, ύστερα από τους θριάμβους του Μιλτιάδη, του Λεωνίδα, του Μεγάλου Αλεξάνδρου και των αυτοκρατόρων του Βυζαντίου γονάτισε και υποτάχτηκε στους Τούρκους. Ο φάρος του ελληνικού πνεύματος έπαψε να σκορπίζει το φως του στα πέρατα της Οικουμένης. Ο γαλανός ουρανός της Ελλάδας σκεπάστηκε από τα μαύρα σύννεφα της σκλαβιάς. Η ελευθερία κυνηγημένη και χωρίς πατρίδα έφυγε μακριά από την χώρα μας. Αλλά ο ελληνικός λαός δεν έχασε το θάρρος του. Η ψυχή του έμεινε προσηλωμένη στην πίστη της εκκλησίας μας και στην ιδέα της πατρίδας. Έτσι εργαζόταν ολόψυχα για την ανάσταση του γένους. Πέρασε πολλά χρόνια υποδούλωσης και σκλαβιάς όμως, όλο και αντιδρούσε στον τύραννο. 

Με πίστη στα εθνικά του ιδανικά περίμενε την ώρα της απολύτρωσης. Προσμένει την στιγμή του μεγάλου εθνικού συναγερμού, την ημέρα της ανάστασης. Και έφτασε η μέρα αυτή, η τόσο πολυπόθητη. Ο κυριότερος πολιτικός φορέας που ανέλαβε το εγχείρημα ήταν η Φιλική Εταιρεία η οποία ξεκινά την δράση της περί τα τέλη του 18ου αιώνα.

Στο μοναστήρι της Αγίας Λαύρας στις 25 Μαρτίου 1821, ο επίσκοπος Γερμανός, υψώνει το λάβαρο της επανάστασης και ευλογεί τα όπλα μιας χούφτας γενναίων. Η φλόγα ανάβει, το σύνθημα ελευθερία ή θάνατος δονεί τους αιθέρες και το σκλαβωμένο έθνος ξεσηκώνεται σαν ένας άνθρωπος με μία θέληση και έναν πόθο.

Στη συνέχεια, ρίχνεται στον αγώνα η πλατιά μάζα του καταπιεσμένου πληθυσμού με ηγετικές προσωπικότητες στα πεδία των μαχών και όχι μόνο
  

Σύμβολα φιλοπατρίας, αυτοθυσίας και πολεμικής αρετής είναι για τους αγνούς Έλληνες πατριώτες οι μεγάλες μορφές των αγωνιστών, του Ρήγα Φεραίου, των Υψηλάντηδων, του πατριάρχη Γρηγορίου του ¨Ε, του επισκόπου Γερμανού, του Διάκου, του Κολοκοτρώνη, του Καραϊσκάκη, του Μιαούλη, του Παπαφλέσσα, του Μπότσαρη της Μπουμπουλίνας, του Ανδρούτσου, του Καψάλη, του Μακρυγιάννη, του Γούναρη, του Λόρδου Βύρωνα, του Σανταρόζα και όλων εκείνων των Ελλήνων και φιλελλήνων που εργάστηκαν ή πολέμησαν για την ελευθερία και την ανεξαρτησία της πατρίδας μας. Προ των ιερών σκιών των ηρώων αυτών στεκόμαστε στην στάση απόλυτης προσοχής και τιμής.

Ανδρειωμένα παλικάρια πολεμούν μέρα νύχτα ξεπερνώντας για άλλη μια φορά τους θριάμβους τον Μαραθωνομάχων και των Σαλαμινομάχων. Τα Δερβενάκια, η Αλαμάνα, η Χαλκιδική, το χάνι της Γραβιάς, το Μανιάκι, το Μεσολόγγι, η Αραπίτσα και το Ζάλογγο, όπου οι ηρωικές γυναίκες επέλεξαν το θάνατο παρά την σκλαβιά χορεύοντας προς την Αθανασία, γίνονται φωτεινά μετέωρα που εμψυχώνουν το αγωνιζόμενο έθνος και του δίνουν καινούριες δυνάμεις για τον αγώνα. Το ελληνικό αίμα χύνεται άφθονο για μια ακόμα φορά. Χύνεται στο βωμό της πατρίδας. Για να γραφούν νέες σελίδες δόξας στην ελληνική ιστορία, για να γίνει γνωστή στα πέρατα της οικουμένης η απόφαση και η θέληση ενός ηρωικού λαού να αποτινάξει τον ζυγό της δουλείας. Γίνεται για να ποτιστεί και να βλαστήσει το δέντρο της ελευθερίας. Και αφού τα ελληνόπουλα αγωνίστηκαν και κατατρόπωσαν τις στρατιές του Βρυώνη, του Κιουταχή και του Ιμπραήμ, αφού ολόκληρο το έθνος πολέμησε σκληρά, αφού έγιναν ολοκαύτωμα η Χίος και τα Ψαρά ανέτειλε επιτέλους η μέρα της απολύτρωσης, της ελευθερίας. Μια γωνιά της δοξασμένης γης ελευθερώνεται. Γίνεται κράτος ανεξάρτητο και η ελευθερία, έπειτα από φυγή και εξορία 400  ολόκληρων ετών  ξαναγυρίζει  στην πατρίδα της.

 Ο Γάλλος ποιητής Φρειδερίκος Μιστράλ στο θαυμάσιο ποίημα του με τίτλο «Ελληνικός ύμνος» που απέδωσε σε ωραία μετάφραση στα ελληνικά ο μεγάλος ποιητής μας Κωστής Παλαμάς, τελειώνει με την θαυμάσια επωδό :

Αν πρέπει να πεθάνουμε για την Ελλάδα θεία είναι η Δάφνη!

Μια φορά κάνεις πεθαίνει.

Ο ίδιος ο Κωστής Παλαμάς στο ποίημά του «Αυτό το λόγο», το οποίο μεταδόθηκε από το ραδιόφωνο και δημοσιεύτηκε στις εφημερίδες την ιστορική ημέρα της 28ης Οκτωβρίου 1940, τελειώνει ως εξής :

 Αυτό το λόγο θα σας πω,

δεν έχω άλλο κανένα,

μεθύστε με τ΄ αθάνατο

κρασί του 21!

 Ο εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός εξωτερικεύει την απέραντη συγκίνηση της ψυχής του και την λατρεία του για την Ελλάδα, μ ’αυτά τα λόγια:

Κλείσε μέσα στην ψυχή σου την Ελλάδα και θα αισθανθείς κάθε είδους μεγαλείο.

   Αυτό το τόσο σημαντικό γεγονός της εθνικής μας ιστορίας γιορτάζουμε κάθε χρόνο στις 25 Μαρτίου. Γι’ αυτό χτυπούν χαρμόσυνα οι καμπάνες των εκκλησιών του ελληνικού κόσμου. Γι’ αυτό σε κάθε γωνιά της Ελλάδος ακούγονται εθνικά τραγούδια, χαρούμενες φωνές και εμβατήρια. Γι’ αυτό, αυτή τη μέρα σε κάθε φυλάκιο, σε κάθε έπαλξη, σε κάθε ύψωμα κυματίζει υπερήφανα η γαλανόλευκη σημαία μας. Είναι ημέρα αυτή μια μέρα δόξας λαμπρής.

Γιορτάζει το έθνος των Ελλήνων. Η αιώνια Ελλάδα. Και μαζί της γιορτάζει το ελεύθερο πνεύμα, η μεγαλοσύνη των ψυχών, ο κόσμος των υψηλών ιδεών, το πνεύμα των μεγάλων ανδρών, των σοφών και των δημιουργών, το πνεύμα των Ολύμπιων Θεών. 

Είναι μια μέρα ευλαβικού εθνικού μνημοσύνου στην Αγία μνήμη των ηρωικών προγόνων μας, μια μέρα μεγάλης γιορτής του ελληνισμού.

Τετάρτη 12 Μαρτίου 2025

«ΟΠΩΣ ΚΥΛΑΝΕ ΤΑ ΝΕΡΑ, ΠΑΝΕ ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ» Δρ Ιωάννη Γ. Νεραντζή ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΑΣ ΣΤΙΣ 18-8-2012

 Αγαπητοί συντοπίτες, Χαλικιώτες και Χαλικιώτισσες, και για να τιμήσω ιδιαίτατα τη γενιά που γεννήθηκε εδώ και ριζοκρατάει από εδώ, από αυτό το χωριό Δερίκοβον, αγαπητοί Δερικοβίτες και Δερικοβίτισσες: 

Τα βοσκοτόπια και οι στάνες του Δερίκοβου, και τα νερά τού Δερικοβίτικου ρέμματος μας καλωσορίζουν όλους εμάς, σήμερα, σε τούτο το «αντάμωμα» συγχωριανών Ντερικοβιτών και παιδιών της τωρινής γενιάς Χαλικιωτών, σε ένα «αντάμωμα» που για τους αιωνόβιους προβατάρηδες και γιδάρηδες βοσκούς και τσελιγκάδες είναι αντάμωμα αναμνήσεων και ζωής στη Φύση και αναπόληση των ονείρων τους, κάτω από τον έναστρο ουρανό, όπου οι Πλειάδες, η Πούλια κι ο Αυγερινός, παίζουν «κρυφτούλι» και κρύβονται σε τούτα εδώ τα θερινά λιβαδοτόπια, ανάμεσα στα βεργόκλαδα του θαμνόδενδρου που οι περατάρηδες από εδώ νομάδες των Βαλκανικών βουνών ονόμαζαν Δερίκοβον στα Μεσαιωνικά τα Χρόνια.
Θέλω να πώ ότι, οι διαβατικοί και από τούτον τον βουνήσιο τόπο βλαχόφωνοι βαλκάνιοι ποιμενάρχες παρατήρησαν, εκεί που φύλαγαν τα «πράματά» τους, δηλαδή τα γιδοπρόβατά τους, στο τόπο αυτόν, που τώρα ανταμώσαμε όλοι εμείς, παρατήρησαν –λέγω - ότι φύτρωναν Κρανιές, ότι δηλαδή ήταν «τόπος με Κρανιές», «τόπος με Κράνα». Ήταν δηλαδή το οροπέδιο αυτό «Δερνίκοβον», όπως ονομάτιζαν τον τόπο με Κρανιές οι Σκλαβηνοί Βλάχοι του Βυζαντίου και όπως αναφέρεται η ονομασία αυτή στα παλαιοσλαβικά, στα παλαιοβουλγαρικά, και στα παλαιοσλοβενικά χωριά των Βαλκανίων. Ονομάτισαν, λοιπόν, πιθανότατα, τον τόπο αυτόν, τον κατάσπαρτο με τα βουνίσια Κράνια, *Δερνίκοβον, εξ ου και Δερίκοβον, που μετά το 1928 μετονομάστηκε σε Χαλίκι. (Συμεωνίδης Χ., Ετυμολογικό λεξικό των νεοελληνικών οικωνυμίων, τόμοι 2, ‘‘Κέντρο Μελετών Ιεράς Μονής Κύκκου Κύπρου’’, Λευκωσία-Θεσσαλονίκη, 2010. Ζάχος Ε. Παπαζαχαρίου, Βαλκανική Κολυμβήθρα Ονομάτων, ‘‘εκδόσεις Ισνάφι’’, Ιωάννινα 2010.)
   Είναι ο τόπος, λοιπόν, που δίνει το όνομα, κι όχι οι άνθρωποι.
   Και είναι τα ονόματα των τόπων που μας μιλάνε και μας λένε ότι οι άνθρωποι απ’ όλη τη Βαλκανική χερσόνησο ερχόντουσαν σε επαφή μεταξύ τους, ακολουθώντας τους ποτάμιους δρόμους που καθιστούν δυνατή την ανθρώπινη μετακίνηση από κοιλάδα σε κοιλάδα και φέρνουν σε επαφή τα έθνη και τους λαούς που αναπτύσσονται στις ποτάμιες γεωπολιτικές λεκάνες, μιά των οποίων είναι του ποταμού Εύηνου.
   Τούτο καθίσταται εύκολα κατανοητό κοιτώντας απλώς έναν χάρτη των Βαλκανίων: Εκεί θα δούμε ότι το σύμπλεγμα των ποτάμιων υδροσυστημάτων της Βαλκανικής χερσονήσου, επειδή έχουν κοινές υδροκριτικές γραμμές, τροποντινά λειτουργούν ως «συγκοινωνούντα δοχεία» υποδοχής των ανθρώπινων συνόλων που ακολουθούν αυτά τα ποτάμια, καλύτερα αυτούς τους νερένιους δρόμους των Βαλκανίων. Επιτρέπουν, με άλλα λόγια, τα παραποτάμια αυτά μονοπάτια την κίνηση των Λαών και των Εθνών στον Βαλκανικό χώρο, την ανταλλαγή προϊόντων, τη γλωσσική και πολιτιστική αλληλοεπίδραση, που τη βλέπουμε αποτυπωμένη στα τοπωνύμια και στα οικωνύμια του ορεινού κυρίως Ελλαδικού χώρου.
   Είναι αποδεδειγμένο, πάντως, ότι ο Δερικοβίτικος τόπος τούτος είναι κατοικημένος από την αρχαιότητα, από τους αρχαίους Έλληνες, από τους Αιτωλούς:  Ήταν Συνοικισμός μιάς πανάρχαιας κώμης, δηλαδή Συνοικισμός ενός πανάρχαιου ελληνικού χωριού στη χώρα των Αιτωλών που είχε διασκορπισμένους τους οικισμούς του και απλωμένους στον παραπόταμο του Ευήνου Φειδάκια ή Βασιλικός.
   Συγκεκριμένα, στο δεξιό κέρας της κακοτράχαλης και πετρώδους διχάλας που σχηματίζουν οι απαρχές του ρέμματος Φειδάκια αναπτύσσονται τα σημερινά χωριά, Χαλίκι (πρώην Ντερίκοβα), Δάφνη και Νεροσύρτης, ενώ στο αριστερό κέρας της διχάλας αναπτύσσονται τα χωριά Λαμπίρι, Στριγανιά (= «Στη Ριγανιά») και Σπαρτιάς. Όλα αυτά τα απολύτως ορεινά χωριά, μαζί με αυτά που αναπτύσσονταν νοτιότερα σε πιο παραγωγικό έδαφος, δηλαδή με τα χωριά Δρυμώνας (πρώην Μπερίκος), Αετόπετρα (πρώην Ζαμπατίνα) και Μάνδρα, αποτελούσαν τους  αρχαίους Συνοικισμούς μιας μεγάλης και σπουδαίας αρχαίας κώμης των Αιτωλών. Ο κύριος Οικισμός αυτής της αρχαίας κώμης με το νεκροταφείο του κατελάμβανε τον λόφο Καρδαρά ή Τσουγκρί ή Ξυλοκούρη (607 μ.) που υψώνεται 1,7 χλμ. ΝΔ. από την Αετόπετρα και 2,5 χλμ. ΝΝΔ. του Δρυμώνα. Πάνω στον λόφο αυτόν εντοπίστηκαν τα λείψανα οχυρωμένης φυσικά και τεχνητά αρχαίας ακρόπολης. Στην τεχνητή πλευρά της οχύρωσης σώζεται αρχαίο τείχος με πύλη. Στο εσωτερικό της ακρόπολης διακρίνονται λείψανα τοίχων κτηρίου. Έξω από την ακρόπολη θα εκτεινόταν το νεκροταφείο της κώμης, του οποίου καταστράφηκαν τρεις κιβωτιόσχημοι τάφοι από αρχαιοκάπηλους. Ο William Woodhouse, που επισκέφθηκε τη θέση, γράφει στα 1897, ότι στον ανατολικό πρόποδα του λόφου Καρδαρά υπάρχει πηγή και κοντά σ’ αυτήν «ελληνικό τείχος». Απέναντι από τον λόφο Καρδαρά, στη δυτική όχθη του ρέμματος Φειδάκια υψώνεται ο λόφος του Προφήτη Ηλία (651 μ.), όπου υπάρχει αρχαϊκό Ιερό με δύο αρχαίους ναούς του 6ου π.Χ. αιώνα. Πιθανότατα, μάλιστα, στον λόφο αυτόν του Προφήτη Ηλία να είχαμε και προϊστορικό Οικισμό της δεύτερης χιλιετίας, διότι ο Κ. Ρωμαίος απεκάλυψε ανασκαφικά τοίχους πιθανότατα από τις οικίες του προϊστορικού συνοικισμού. Το ιερό αυτό με τους δύο ναούς είναι σήμερα γνωστό ως «Ιερό παρά τον Ταξιάρχην της Αιτωλίας». Βέβαια, την κύρια κώμη πλαισίωναν και άλλοι αρχαίοι Οικισμοί: ένας ήταν στο σημερινό χωριό Μάνδρα, όπου στη θέση Σκοπιά υπήρχε οχύρωση ίσως ακρόπολης του οικισμού. Άλλη μια μικρή ακρόπολη/παρατηρητήριο υπάρχει σε απόκρημνο λόφο, ακριβώς εκεί που συμβάλλει ο παραπόταμος Φειδάκια στον Εύηνο, ακρόπολη γνωστή με το όνομα «Παλιόκαστρο», κοντά στο χωριό Διασελάκι. Ένα άλλο καστράκι είναι το «Παλιόκαστρο της Στριγανιάς». Αλλά και στο ανατολικό κέρας του ρέμματος Φειδάκια, όπου το χωριό Χαλίκι (Δερίκοβον), είχαμε και εκεί έναν κτηνοτροφικό αρχαίο Οικισμό απλωμένον ανάμεσα στα χωριά Χαλίκι (στα 960 μ.) και Νεροσύρτης (στα 950 μ.). Συγκεκριμένα, σε περιοχή ανάμεσα στα δύο ρεμματάκια, το Ντερικοβίτικο και το Νεροσυρτιάνικο, ο λαογράφος Δημ. Λουκόπουλος παρατήρησε «σκόρπια εδώ κι εκεί πολλά παλιοκεράμιδα της αρχαίας εποχής και κομμάτια από αγγεία». (Νεραντζής Ι., Η Χώρα των Αιτωλών, διδακτορική διατριβή, 2001 [2003]).
    Και βέβαια, είναι άλλο το να ζεις, κι άλλο το να έρχεσαι σ’ έναν τόπο για να βιώσεις και εσύ, έστω και προσωρινά, έστω και με ψευδαισθήσεις, το πώς ζούσαν, πώς βιοπόρευαν, πώς κυλούσε η ζωή τους τούτων των ορεσείβιων δίπλα στα νερά των πηγών που κυλούσαν και γέμιζαν τις χαράδρες, που αντιβούϊζαν σ’αυτά εδώ τα θερινά λειβαδοτόπια όπου έτρεχαν πέρα δώθε και πάνω κάτω τα κατσίκια και τα γιδοπρόβατα αενάως, από τότε που οι Βαλκάνιοι τα ανέβαιναν με τα κοπάδια τους και το βιός τους φορτωμένο στα μουλάρια ή ζαλιγκωμένο στη ζαλίγκα τής βοσκοπούλας μάνας και κόρης. (Γεώργιος Αθαν. Σαρρής, Από τα χειμαδιά στα βουνά – ‘‘Οι Αμπλιανίτες ποιμένες, Πάτρα 2011).
    Αυτή είναι η διαφορά με το σήμερα, αγαπητοί μου Χαλικιώτες και Χαλικιώτισσες, αγαπητοί μου Δερεκοβίτες και Δερικοβίτισσες: Δεν ακούμε πλέον, σήμερα, τους τσοπάνηδες, τα κοπάδια, τον αχό των κουδουνιών, τα φλογερολαλήματα, τα αγριοζούλαπα, τα λογής-λογής πουλιά, τα βελάσματα των κοπαδιών και τα αλιχτίματα των τσοπανόσκυλων. Δεν βλέπεις, πλέον, τον τσοπάνη, άξαφνα να στρογγυλοκάθεται απανωτά σε κανά λιθάρι και ν’ αρχίζει να παίζει τη φλογέρα του τραγούδια και μελωδίες που υμνούν την τσοπάνικη ζωή και βαλσαμώνουν τον καημό του, μελωδίες όπως αυτή που μόλις ακούσαμε και τραγούδια όπως αυτό που θα σας απαγγείλω:
       
«Τώρα είναι Απρίλης και χαρά, τώρα είναι το Καλοκαίρι. /
         Το λεν’ τ’ αηδόνια στα κλαριά κι οι πέρδικες στα πλάγια, /
         το λεν’ οι κούκοι στα ψηλά, ψηλά στα καταράχια. /
         Πάν’ τα κοπάδια στα βουνά, να ξεκαλοκαιριάσουν, /
         πάν’ και κοντά οι τσοπάνηδες βαρώντας τη φλογέρα, /
         να τα τυροκομήσουνε και τη νομή να βγάλουν, /
         και να γιορτάσουν τ’ Άη Γιωργιού, να ρίξουν στο σημάδι, /
         να πιούν νερό απ’ τα βουνά να πάρουν τον αέρα /. »

  Δεν ακούς πλέον να αχάει όλος ο τόπος από τα κυπριά και τα κουδούνια που φέρνουν στο λαιμό τους μερικά ζωντανά, οι «μπροστάρηδες» όπως θέλει ο τσοπάνος να τα λέει στη γλώσσα του. Σωστά κινητά συννεφάκια τα κατάλευκα κοπάδια, σκόρπια εδώ κι εκεί, μπροστά σου κι ανάγυρα, σου δίνουν την εντύπωση ενός ολάκερου ποιμενικού βασιλείου με αφέντη τον πολύπραγο τσέλιγκα κι αρχόντισσα την πιο καλή και φρόνιμη βλαχοπούλα.
   Είναι άλλο να σας περιγράφω τώρα εγώ τη βλαχοζωή στα βουνά, κι άλλο μια βραδυά στη βλάχικη στάνη: ανάβουν φωτιές για συντροφιά, αρμέγουν τα γαλάρια τους, βράζουν το φρεσκόγαλο και τρώνε ολόγυρα στη φωτιά. Παράπλευρα τα ζωντανά τους γρεκιασμένα αναχαράζουν κατάκοπα την τροφή τους. Εκεί, τέτοιες βραδυές θ’ ακούσεις ένα σωρό ιστορίες γύρω από την τσοπάνικη ζωή, να λένε πολύξεροι τσοπάνηδες στους άλλους τους ανήξερους στους πιο νέους και στα βλαχοπαίδια. Ορμηνεύουν τη γενιά που θα παραδώσουν το ζωντανό και άψυχο βιός.
   Είναι άλλη γιορτή η σημερινή τούτου του «ανταμώματος», κι άλλη γεύση και χαρακτήρα είχαν οι γιορτές στα τοτινά ορεινά χωριά και πιο πολύ ακόμα στα κονάκια των τσελιγκάδων, στις στάνες και στα τσελιγκάτα. Εδώ, διατηρούνται πιο αγνά τα ήθη και τα έθιμα, και εδώ οι τσοπαναραίοι ζούσαν πιο κοντά στην Παράδοση και στη Φύση.
   Εμείς ήρθαμε σήμερα εδώ για να αισθανθούμε πώς είναι η ζωή στη Φύση, στο Φυσικό Περιβάλλον. Οι γεννήτορές μας ζούσαν στη Φύση.
   Ειδικά για όσους από εμάς, είχαμε την ευτυχία ή την ατυχία να ζήσουμε και να γνωρίσουμε και τους δύο τρόπους ζωής, εμείς δηλαδή που είμαστε και παιδιά της «ύπαιθρης» χώρας και παιδιά «των τεσσάρων τοίχων του διαμερίσματος» μιας πολύβουης πολυκατοικίας της Αθηναϊκής ζούγκλας, ζούμε πράγματι τη διάσταση αυτής της τραγικής μεταβολής: το πέρασμα από τη ζωή στη Φύση στην «παρά φύση» ζωή της τσιμεντούπολης, των «φαστφουντάδηκων», των «σκυλάδικων», των «σκυλοτράγουδων» και των «κουνηστών ξενυχτάδικων».
   Είναι άλλης λογής το τραπέζι που στρώσαμε όλοι εμείς σήμερα εδώ, κι άλλο το τραπέζι που έστρωναν οι πιο όμορφες βλαχοπούλες: βάζουν λογής-λογής φαγητά μπόλικα και περισσά με το κατάγλυκο κρασί στη μέση. Απ’ όλα, την καλύτερη θέση την έχει το ψητό και η καλόφτιαχτη τυρόπιτα της πιο έμπειρης και νοικοκυρεμένης βόσκισσας. Στο τραπέζι στρογγυλοκάθεται πρώτος, με την ευχή στα χείλια, ο γεροτσέλιγκας κι ύστερα ακολουθούν αραδιαστά κι ολόγυρα όλοι οι άλλοι τσοπάνηδες και μπιστικοί, βλαχοπούλες και βλαχόπουλα.
   Εδώ η ζωή σέρνεται μέσα στα λογγάρια απλή και όμορφη, φυσική στους τρόπους της και ζηλευτή στο διάβα της.
   Ποιός από μας σεμνύνεται ότι όχι μόνον ξέρει τι είναι «κούρος», αλλά και ο ίδιος έλαβε μέρος στο κούρεμα των γιδοπροβατιών;
   Αν δεν ξέρεις τι θα ειπεί η λέξη «νυχτοσκάρος», έλα μαζί μου να νυχτοσεργιανίσουμε και να νυχτοπερπατήσουμε στα βουνά της Ρούμελης που πήζουν από γιδοπρόβατα και τσοπαναραίους. Να σου ειπώ για το νυχτόσκαρο ή το νυχτοσκάρισμα που γίνεται πάνω σε τούτα δω τα περήφανα βουνά που στέκουν μακρυ από την πολυτάραχη ζωή της πολιτείας. Να σου ειπώ για τη συντροφιά της σκοτεινομάτας νύχτας, για τη βλάχικη συναυλία, για την καλλίφωνη κι ανεύρετη τούτη κοπαδίσια μουσική που συναντάει κανείς μονάχα τις καλοκαιριάτικες νύχτες στους βουνόκορφους και στα βουναξάρια: Νυχτοσκάρος είναι η νυχτερινή βοσκή του κοπαδιού. Μόλις δέσει το σκοτάδι παντού, τα γιδοπρόβατα σηκώνονται κι αρχίζουν τη βοσκή μ’ όρεξη μέσα στη σιγαλονυχτιά.
    Αλήθεια, πόσοι πλέον μπορούμε να ζήσουμε στα κατοικιά των τσοπάνηδων; Πόσοι ξέρουμε, με λίγο συναρμολόγημα και συνταίριασμα, όλα αυτά τα απομεινάρια του χρόνου να τα δούμε να ξαναγίνονται καινούργια, όπως πρώτα που φιλοξενούσαν στον ελάτινο και πλεχτόκλαδο κόρφο τους τον βουνίσιο πραματολόο και κάθε περαστικό στρατοκόπο; Πόσοι από εμάς ήμασταν τυχεροί κι ακούγαμε εκεί στις στρούγκες τούς τσοπάνηδες, καθώς αρμέγουν, να λέγουν, πολλά για τη ζωή τους, για τ’ άρμεγμα, να λένε για τα «ξηραμένα» δηλαδή για τα φίδια του βουνού, να λένε για φαντάσματα, να λένε για τα «ξωθιοπεράσματα»;
    Και η βλάχα;  Ποιά τα έργα της;  Μας το λέει ο λαογράφος Βασίλης Λαμνάτος, (Η βλαχοζωή στα βουνά και στους κάμπους, εκδ. ‘‘Δωδώνη’’, Αθήνα 2005), σε ένα από τα δικά του ποιήματα:
          
«… Η βλάχα πήζει το τυρί, τυροκομάει η βλάχα \
                  και συγυρίζει το πλεχτό κι ελάτινο καλύβι.»

   Καιρός τώρα, αφού έπαιξα με την υπομονή σας, να σας ξεδιψάσω στην κρυόβρυση και στην παρεκεί αρμαθιά από κουρύτια ή κουρύτες, δηλαδή στα ξύλινα καλοπελεκημένα και βαθουλωμένα κλωνάρια όπου ξεδιψάνε τα γιδοπρόβατα και τα ζωντανά. Και τούτο, για να μας κάνει αυτό το «νερό της λήθης» ν’ απολησμονήσουμε πως δεν ζούμε πλέον την ίδια ζωή με τη βλαχοζωή στα βουνά, κι ας είμαστε όλοι εμείς εδώ σήμερα τα δισέγγονα και τα τρισέγγονα αυτών των βασιλιάδων των βουνών μας, αυτών των αγνών και γνήσιων ψυχών που ζούσαν μια ζωή αληθινή, όμορφη, μια ζωή που γλίστρησε μέσα στο χρονοπέρασμα, εδώ και κάμποσα χρόνια πίσω.
     Ας παραμείνει τουλάχιστον αυτή η ζωή των προπατόρων μας ολοζώντανη στη δική μας σκέψη, ποθητή στην καρδιά, νοσταλγική και ψυχογύρευτη._
 Καλώς ανταμώσαμε.
  Καλώς ν’ ανταμώσουμε και του χρόνου πάλι.                                     

Δευτέρα 10 Μαρτίου 2025

Η Δικαιοσύνη ως Αρετή


Από τις τέσσερις μεγαλύτερες αρετές που διακρίνουν τον άνθρωπο – τη φρόνηση, τη σωφροσύνη, την ανδρεία και τη δικαιοσύνη – η τελευταία θεωρείται η πιο σπουδαία. Όπως αναφέρει ο Θέογνις, «Ἐν δὲ δικαιοσύνῃ συλλήβδην πᾶσα ἀρετή ἐστιν», τονίζοντας ότι η δικαιοσύνη συμπεριλαμβάνει όλες τις αρετές.

Σύμφωνα με τον περίφημο νομομαθή Ουλπιανό, «δικαιοσύνη είναι η σταθερή και συνεχής θέληση να αποδίδεται στον καθένα αυτό που του ανήκει». Με άλλα λόγια, η δικαιοσύνη έχει σκοπό την προστασία του δίκαιου και την απόκρουση του άδικου.

Η σημασία της δικαιοσύνης υπήρξε πρωταρχική για την πορεία του ανθρώπινου γένους. Από την εποχή που ο άνθρωπος εγκατέλειψε την απομόνωση και εντάχθηκε στην οργανωμένη κοινωνία, αντιλήφθηκε ότι η συμβίωση δεν θα μπορούσε να είναι ομαλή χωρίς τη θέσπιση κανόνων και νόμων. Έτσι, η έννοια του δικαίου έγινε το θεμέλιο μιας καλά οργανωμένης κοινωνίας, εξασφαλίζοντας την ελευθερία του ατόμου χωρίς να καταπατά την ελευθερία των άλλων.

Ωστόσο, η απλή ύπαρξη νόμων δεν αρκεί. Χωρίς την εφαρμογή τους, δηλαδή χωρίς τη δικαιοσύνη, δεν θα μπορούσε να υπάρξει κοινωνική πρόοδος. Η δικαιοσύνη επιβάλλει το σεβασμό στη ζωή, την περιουσία, την τιμή και την ελευθερία του ατόμου. Η ορθή απονομή του δικαίου διατηρεί την κοινωνική ισορροπία και συμβάλλει στην κοινωνική ευημερία.

Η αληθινή ευδαιμονία προέρχεται από τη δικαιοσύνη, ιδιαίτερα όταν αυτή προέρχεται από την ελεύθερη βούληση των ατόμων και όχι από τον φόβο της τιμωρίας. Η δικαιοσύνη τότε γίνεται έκφραση μιας άλλης σπουδαίας αρετής, της αγάπης. Όπως λέει η λατινική ρήση, "Dura lex, sed lex" (Σκληρός ο νόμος, αλλά νόμος), ωστόσο, όταν ο νόμος εφαρμόζεται με αγάπη και πειθώ, τα αποτελέσματά του είναι πιο σταθερά και αποδεκτά.

Αν δεν υπήρχε η δικαιοσύνη, η κοινωνία θα μετατρεπόταν σε ζούγκλα, όπου οι ισχυροί θα καταπίεζαν τους αδύναμους, και η ανθρώπινη ύπαρξη θα ήταν αβέβαιη. Όπως αναφέρει ο Κικέρων, «Άκρα δικαιοσύνη, άκρα αδικία». Για να υπάρχει κοινωνική γαλήνη, οφείλουμε να σεβόμαστε τη δικαιοσύνη και να συμμορφωνόμαστε με τους νόμους.

Η λέξη «δικαιοσύνη» έχει πολλές έννοιες και εκφάνσεις. Στον ηθικό τομέα, δικαιοσύνη είναι η στάση εκείνου που συμπεριφέρεται δίκαια απέναντι στους άλλους, αναγνωρίζοντας ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις. Στη νομική έννοια, αποτελεί την εφαρμογή του θεσπισμένου δικαίου.

Η δικαιοσύνη, ως ιδέα, θεωρήθηκε από την αρχαιότητα ένα από τα βασικότερα αγαθά, συνδεδεμένη με την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, την ελευθερία και την αρετή. Ο Πλάτωνας τη χαρακτήρισε επιστήμη, υποστηρίζοντας πως «πάσα επιστήμη χωριζομένη της δικαιοσύνης και της άλλης αρετής, πανουργία, ου σοφία φαίνεται». Ο Σωκράτης τόνιζε ότι μια πολιτεία στην οποία δεν εφαρμόζονται οι δικαστικές αποφάσεις, δεν μπορεί να επιβιώσει. Οι Στωικοί την κατέταξαν στις τέσσερις θεμελιώδεις αρετές: σύνεση, δικαιοσύνη, ανδρεία και εγκράτεια.

Η δικαιοσύνη, ως ηθική έννοια, στηρίζεται στην ελευθερία του ανθρώπου και όχι στον εξαναγκασμό. Όπως ανέφερε ο Αριστοτέλης, «η δικαιοσύνη είναι η κοινή πηγή όλων των αρετών». Απελευθερώνει τον άνθρωπο από την υποταγή και του επιτρέπει να ολοκληρώσει την προσωπικότητά του. Ο Κοραής έλεγε πως «μόνη η δικαιοσύνη φέρει την ελευθερία, τη δύναμη και την ασφάλεια».

Όπως καταλήγει ο Πλάτωνας, «Πόλεις στις οποίες οι πολίτες υπακούουν στους νόμους, ευημερούν και είναι ανίκητες στον πόλεμο». Συνεπώς, η δικαιοσύνη δεν είναι απλώς μια αρετή, αλλά η βάση κάθε πολιτισμένης κοινωνίας.

Α Κ Ρ


ΠΗΓΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΣ:https://aegeanews.gr/news/fimes/464847/dikaiosyni-stin-archaia-grafei-vasilis-chatzivasileiou/