Κυριακή, 22 Δεκεμβρίου 2013

Πέμπτη, 12 Δεκεμβρίου 2013

Η περιοχή Αποκούρου...

Το Απόκουρο είναι γνωστό από πολύ παλιά. Αναφέρεται για πρώτη φορά με την ονομασία του αυτή το 1520 στην"Ακολουθία και βίο του οσιομάρτυρα Ιακώβου του νέου". Οι ερευνητές συσχετίζουν το όνομα με τους ομηρικούςΚουρήτες, πρώτους κατοίκους της Αιτωλίας, και τη χώρα τους, την "Κουρήτιν γην".
Το Απόκουρο, αποκαλούμενο στην τουρκοκρατία και"Κουρήτιδα", εκτείνεται βορειοανατολικούς της λίμνης Τριχωνίδας, που είναι και το νότιο όριό του. Ανατολικά ορίζεται από τον ποταμό Φείδαρη, ενώ στα δυτικά από τα χωριά Σπαρτιάς, Κρύο Νερό και Μυρτιά. Προς τα βόρεια είναι το όρος Παναιτωλικό, που διαχωρίζει τη σημερινή επαρχία Τριχωνίδας από τον νομό Ευρυτανίας.
Η περιοχή του Αποκούρου αποτελεί κατά την οθωμανική κυριαρχία ιδιαίτερο κάζα, υπαγόμενο στο σαντζάκι της Ναυπάκτου. Πρώτη μνεία γι' αυτόν γίνεται το 1569 σε οθωμανικό κατάστιχο, ενώ δεύτερη κατά τα μέσα του ΙΖ΄ αιώνα. Στην τελευταία περίοδο της τουρκοκρατίας το Απόκουρο δεν είναι πλέον καζάς. Σύμφωνα με σαφή καταγραφή του Leake προσαρτάται ως τέταρτος ναχιγές στον καζά Καρπενησίου, αν και η ακριβής ημερομηνία της διοικητικής ένταξης του Αποκούρου στον καζά Καρπενησίου δεν είναι γνωστή.
Ο ναχιγιές Αποκούρου συγκροτείται από 23 χωριά με 2700 κατοίκους. Ό πληθυσμός για κάθε χωριό του ναχιγιέ κατανέμεται ως εξής:
Η Κοσίνα και η Χρυσοβίτσα έχουν αντίστοιχα από 500 κατοίκους, το Μεγαδένδρο, η Μπροστοβά (Καλλιθέα), τοΖευγαράκι, η Δερβέκιστα (Ανάληψη), το Μουρόσκλαβο(Σιταράλωνα) και το Πετροχώρι έχουν από 150 κατοίκους το καθένα, η Αμβρακία 100, η Ζαμπατίνα και το Κρύο Νερό από 75, ενώ ανά 50 κατοίκους έχουν τα χωριάΣπαρτιάςΚαλούδιΠαλαιοταξιάρχηςΑβαρίκος,Σιρτοβό (Αργυροπηγάδι), ΚοσκινάςΝησούλα,Τσεβέλιασα (Νεροχώρι), Μώκιστα (Αγία Σοφία) καιΜυρτιά και τέλος, από 25 κατοίκους έχουν ο Μπερίκοςκαι το Μοναστήρι. Οι στατιστικές όμως αυτές εγγραφές του Pougueville είναι ελλιπείς και μάλλον δεν ανταποκρίνονται στα πραγματικά δεδομένα. Φαίνεται ότι ο Pougueville δεν πέρασε από το χωριό μας το Χαλίκι (Δερίκοβο)  γι΄αυτό και δεν αναφέρει καμία πληροφορία. Οι κάτοικοι του Απόκουρου την εποχή αυτή είναι πολύ περισσότεροι, τουλάχιστον διπλάσιοι. Σε υπόμνημα τους οι ίδιοι προς την κυβέρνηση Καποδίστρια, το 1828, αναφέρουν ότι "οι Αποκουρίται προ της επαναστάσεως ήσαν οικογένειαι χίλιαι τριακόσια", περίπου 6500 κάτοικοι. Κι αυτή είναι η δημογραφική κατάσταση της περιοχής, ενώ ανακριβώς σημειώνεται ότι το Απόκουρο είχε 18.585 κατοίκους.
Ως πρωτεύουσα του ναχιγιέ παραδίδεται το χωριό Κοσίνα, αν και ορισμένοι αναγράφουν ως πρωτεύουσα τοΜεγαδένδρο, (γενέτειρα του Ευγενίου Γιαννούλη και του Κοσμά Αιτωλού). Αλλά αυτό ανάγεται σε προγενέστερους χρόνους, πολύ πριν την υπαγωγή του Απόκουρου ως τέταρτου ναχιγιέ στον καζά Καρπενησίου. Οι περισσότεροι κάτοικοι ζούσαν κυρίως από την κτηνοτροφία, ενώ μερικοί ασχολούνταν με την υφαντική. Κατά τις αρχές του ΙΘ΄ αιώνα οι εύφορες γαίες της περιοχής αποτελούσαντσιφλίκια του Βέλη πασά.
Το Απόκουρο εξακολούθησε και μετά την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους να υπάγεται διοικητικά στην επαρχία Καρπενησίου.


Οι Βίδρες του Φίδαρη

.


ευρωπαϊκή βίδρα (Lutra lutra) είναι ένα από τα πιο απειλούμενα σαρκοφάγα θηλαστικά και από τα λιγότερο μελετημένα είδη στην Ελλάδα. Zει κοντά σε ποτάμια, ρέματα, λίμνες και ακτές, αλλά δραστηριοποιείται κυρίως την νύχτα και για αυτό σπάνια γίνεται αντιληπτή από τον άνθρωπο. Ανήκει στην οικογένεια τωνΜουστελιδών (Μυιοϊκτίς), και συγγενεύει με την νυφίτσα και το κουνάβι. Είναι γνωστή και με τα ονόματα ποταμόσκυλοποτάμια βίδρακοινή βίδρα, ή βίδρα του Παλαιού Κόσμου, αλλά και ωςενυδρίδα. 
Έχει κορμί μακρύ, ελαστικό και μυώδες, με παχιά γούνα, που κρατά στεγνό το σώμα της. Τα πόδια της είναι κοντά. Η θαλάσσια ενυδρίδα είναι σαφώς μεγαλύτερη και βαρύτερη. Οι ενυδρίδες κολυμπούν γρήγορα, κουνώντας την ουρά και το ευλύγιστο σώμα τους. Χρησιμοποιούν σαν κουπιά τα πίσω πόδια τους, που έχουν νηκτικές μεμβράνες.
Η ευρωπαϊκή βίδρα είναι το ευρύτερα απαντώμενο είδος βίδρας και το όνομα ευρωπαϊκή δεν ανταποκρίνεται στην ακτίνα κατανομής του, καθώς σε αυτήν περιλαμβάνονται τμήματα τόσο της Ασίας, όσο και της Αφρικής, πέραν της Ευρώπης. Θεωρείται εξαφανισμένο είδος στο Λιχτενστάιν, τις Κάτω Χώρες και την Ελβετία. Οι πυκνότεροι πληθυσμοί απαντώνται στην ακτή της Νορβηγίας. ΣτηνΕλλάδα θεωρείται ότι υπάρχει ένας από τους πυκνότερους πληθυσμούς βίδρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Διάσπαση των πληθυσμών εμφανίζεται στην κεντρική Ελλάδα, ενώ μερικοί απομονωμένοι πληθυσμοί βρίσκονται στην Κέρκυρα και στην Εύβοια. Παρά την παρουσία της στους πιο κατάλληλους βιότοπους, περιλαμβάνεται στον κατάλογο των απειλούμενων ειδών της Ελλάδα στην κατηγορία τρωτό. 
Η διατροφή της συνίσταται κυρίως σε ψάρια, αλλά συμπεριλαμβάνονται επίσης πτηνά, έντομα, βάτραχοι και μικρότερα θηλαστικά. Η ποικιλία της διατροφής της προϋποθέτει καθαρούς όγκους νερού, στους οποίους περιλαμβάνονται λίμνες, ποτάμια, ρυάκια, όσο παρέχουν επαρκείς ποσότητες τροφής. Ζουν επίσης σε παράκτιες περιοχές, που διαθέτουν όμως πρόσβαση σε γλυκό νερό, το οποίο χρειάζονται για να καθαρίζουν τη γούνα τους.
Τους αρέσει να περιπλανώνται, ιδίως τη νύχτα, κυνηγώντας τη λεία τους και αναζητώντας νέους ψαρότοπους. Πολλές φορές παίζουν γλιστρώντας στη λάσπη των όχθεων ή στο χιόνι.
Οι βίδρες ζουν μόνες τους στα όρια της επικράτειάς τους, που ορίζεται από 1-40 χλμ, (συνήθης μέσος όρος περίπου 18 χλμ.) ανάλογα με την πυκνότητα της διαθέσιμης τροφής. Τα άρρενα και θήλεια άτομα ζευγαρώνουν οποιαδήποτε στιγμή του έτους μέσα στο νερό. Μετά από περίοδο κύησης 63 ημερών γεννιούνται 1-4 κουτάβια, εξαρτώμενα από τη μητέρα τους επί ένα περίπου έτος. Το αρσενικό ασχολείται πολύ λίγο ή και καθόλου με τη φροντίδα των νεογνών.
Η βίδρα κυνηγά συνήθως το βράδυ, ενώ περνά την ημέρα της σε λαγούμι με υποβρύχια είσοδο. Για αυτό και η παρατήρησή της είναι πολύ δύσκολη. Μόνο πρόσφατα οι ερευνητές της περιβαλλοντικής οργάνωσης του «Αρκτούρου» μπόρεσαν να μελετήσουν άτομα του είδους μετά από επίμονες και επίπονες προσπάθειες: χρησιμοποιώντας ειδικές κάμερες αλλά και καταγράφοντας έμμεσες ενδείξεις -όπως ίχνη και περιττώματα- επί τρία συνεχόμενα έτη, κατέγραψαν και μελέτησαν τις διατροφικές συνήθειες του είδους, τις κινήσεις του και τις απειλές που δέχεται. Η προσπάθεια αυτή είναι μια καλή αρχή σε έναν πραγματικά δύσκολο αγώνα για τις προσπάθειες επιβίωσης του είδους.
Από το δέρμα των ενυδρίδων κατασκευάζονται πολύ ακριβά γουναρικά. Στο παρελθόν την κυνηγούσαν για την γούνα της ή και για ...ψυχαγωγία, αλλά τώρα προστατεύεται ευρέως. Παρόλα αυτά η μεγαλύτερη απειλή για τη βίδρα συνεχίζει να είναι ο άνθρωπος.
Οι σημαντικότεροι κίνδυνοι για την επιβίωση της βίδρας είναι η ρύπανση των ποταμών και των λιμνών, η αποξήρανση των υγροτόπων και τα υδροηλεκτρικά φράγματα. Η πληθώρα υδροηλεκτρικών φραγμάτων που αδειοδοτούνται σε ρέματα και ποτάμια της Χώρας μας- ακόμη και μέσα σε προστατευόμενες περιοχές- είναι σήμερα η κυριότερη απειλή γαι την επιβίωση της. Ωστόσο απειλή για τη βίδρα συνιστούν και η καταστροφή της παρόχθιας βλάστησης σε λίμνες και ποτάμια και η κατάκλιση των βιοτόπων από τεχνητούς ταμιευτήρες στα ποτάμια. Αν και αναφέρονται ακόμη και σήμερα περιστατικά παράνομης θήρας αυτά είναι σχετικά σπάνια. Απειλή αποτελεί όμως και η παράνομη αλιεία με την χρήση παράνομων και άκρως επικίνδυνων μέσων όπως είναι το χλώριο και οι δυναμίτες. 
Η παρουσία της βίδρας στον άνω ρου του Ευήνου είναι επιβεβαιωμένη και καταγεγραμμένη. Δυστυχώς αποδείξεις πέρα από προσωπικές μαρτυρίες φυσιολατρών υπάρχουν και από ασυνείδητους κυνηγούς που σκότωσαν βίδρες  είτε από περιέργεια είτε γιατί τις πέρασαν  για κουνάβια. Τα έργα της εκτροπής του Ευήνου επηρεάζοντας την οικολογική ισορροπία του ποταμού και των παρόχθιων βιοτοπών του, δεν έδωσαν την ευκαιρία στις βίδρες -όπως και σε πολλά άλλα είδη της πανίδας- να προλάβουν να προσαρμοστούν. Παρόλο που "δαπανήθηκαν" εκατομμύρια σε δραχμές τότε για την σύνταξη "Μελετών Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων", τα χρήματα αυτά πρακτικά πήγαν "χαμένα": ακόμα και αυτές οι ελλιπείς μελέτες που συντάχθηκαν ποτέ δεν εφαρμόστηκαν. Ακόμη και σήμερα στον άνω ρου του Ευήνου συναντάς πεταμένα βαρέλια καυσίμων να σαπίζουν στις όχθες της λίμνης που υποτίθεται πως παρέχει καθαρό νερό στην Πρωτεύουσα της Χώρας. Εγκαταλελειμμένα φορτηγά σκουριάζουν δίπλα σε ρεματιές που καταλήγουν στην λίμνη, λάστιχα βαρέων οχημάτων και κάθε λογής σκουπίδια πεταμένα εδώ και εκεί, και η φύση να προσπαθεί να κλείσει τις πληγές της. 
Ακόμη και έτσι όμως υπάρχουν ελπίδες, τόσο για το ποτάμι όσο και για τις βίδρες του. Αρκεί να αφήσουμε την Φύση να κάνει την δουλειά της όπως αυτή ξέρει- αφού δεν είμαστε διατεθειμένοι να την βοηθήσουμε στο να επουλώσει γρηγορότερα τις πληγές της αυτέςΑρκεί να μην της προσθέσουμε όμως κι άλλες.