Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2026

Σκεπάσματα και στρώματα στην παραδοσιακή Χαλικιώτικη κοινωνία (και όχι μόνο…)

 

Τέτοιες κρύες μέρες θυμάμα τα παλιά σπίτια στο Χαλίκι. Θυμάμα τις βαριές κουβέρτες, τα μάλλινα στρωσίδια, τις βελέντζες και τις τσέργες που σκέπαζαν ολόκληρη τη φαμελιά. Τότε που το κρύο δεν το πολεμούσες με καλοριφέρ, αλλά με υφαντά φτιαγμένα από χέρια γνωστά, από γυναίκες του σπιτιού.

Στο Χαλίκι, όπως και σε όλη την Αιτωλία, τα σκεπάσματα και τα στρώματα δεν ήταν απλά πράγματα του σπιτιού. Ήταν προίκα, ήταν κόπος, ήταν τιμή. Ο Αιτωλός τα αποκτούσε από τη γυναίκα του· τα έπαιρνε προικιό όταν παντρευόταν. Και η προίκα δεν μετριόταν μόνο σε ποσότητα, αλλά κυρίως σε δουλειά και τέχνη.

Προίκα που ζέσταινε το σπίτι

Όποιος είχε κορίτσι σε ηλικία γάμου, είχε και τα προικιάτικα υφαντά στοιβαγμένα στο σπίτι. Με αυτά σκέπαζαν τους δικούς τους και με αυτά φιλοξενούσαν τον ξένο. Δεν ήταν τυχαίο πως, όταν έρχονταν ξένοι στο χωριό και ήξεραν πως θα ξενυχτήσουν, προτιμούσαν σπίτια με κορίτσια: εκεί υπήρχαν πάντα καλά, καθαρά και ζεστά σκεπάσματα.

Τα προικιά στην Αιτωλία τα ύφαινε η ίδια η νύφη. Σπάνια οι γονείς δεν έβαζαν τα κορίτσια στον αργαλειό. Και όποια δεν ήξερε να υφαίνει, δύσκολα λογαριαζόταν προκομμένη. Η υφαντική ήταν μάθημα ζωής, όχι απλώς τέχνη.

Η βελέντζα και η τσέργα – βαριά για τον χειμώνα

Το πιο σπουδαίο σκέπασμα ήταν η βελέντζα. Μάλλινη, βαριά, φτιαγμένη για το τσουχτερό κρύο της περιοχής. Άλλοτε λευκή με χρωματιστές ταινίες στις άκρες, άλλοτε βαμμένη κόκκινη ή τριανταφυλλιά, κι άλλοτε παρδαλή, γεμάτη νερά και σχέδια.

Η βελέντζα φτιαχνόταν από κομμάτια υφάσματος που συρράβονταν προσεκτικά με χοντρά μάλλινα ράμματα. Αυτό το ράψιμο δεν ήταν εύκολη δουλειά και το αναλάμβαναν γυναίκες μεγάλης πείρας. Από τον αριθμό των κομματιών έπαιρνε και το όνομά της: με δυο, με τρία, με τέσσερα φύλλα.

Αν είχε κρόσσια, λεγόταν τσέργα. Παλιά, η τσέργα δεν έλειπε από κανένα σπίτι. Ολόκληρη η φαμελιά σκεπαζόταν με ένα σκέπασμα, εκτός από το αντρόγυνο. Ήταν άλλος τρόπος ζωής, πιο σφιχτός, πιο δεμένος.

Χεράμια και μαντανίες – για στρώμα και σκέπασμα



Τα χεράμια και οι μαντανίες είχαν διπλή χρήση. Στρώνονταν στο πάτωμα ή πάνω σε άλλα στρώματα και τη νύχτα σκέπαζαν τους ανθρώπους. Πολύχρωμα, με κεντίδια και σχέδια, στόλιζαν και ζέσταιναν μαζί.


Σε πολλά ορεινά χωριά, η μαντανία λεγόταν «κορτσίδα», γιατί την ύφαινε το κορίτσι για την προίκα του. Άλλοτε απλή, άλλοτε καραμελωτή, άλλοτε κυλιμίσια, κάθε μαντανία είχε τον χαρακτήρα της.

Τα στρώματα και το στρωσίδι

Τα μάλλινα στρώματα φτιάχνονταν σαν μεγάλοι σάκοι. Συρράβονταν κομμάτια υφάσματος, γεμίζονταν με παλιοκούρελα ή πρόβια μαλλιά και ράβονταν έτσι ώστε να μη μαζεύεται το γέμισμα. Πάνω τους έμπαινε το σεντόνι, συνήθως λευκό, καμιά φορά με χρωματιστές άκρες.

Για στρωσίδι, το ωραιότερο και χρησιμότερο ήταν το κυλίμι. Ήταν ο ντόπιος τάπητας. Χρειαζόταν μεγάλη τέχνη για να υφανθεί, ιδιαίτερα τα κεντητά κυλίμια, που πολλές φορές ήταν αληθινά έργα τέχνης. Το μεγάλο κυλίμι της σάλας ήταν καμάρι του σπιτιού.


Για το βαρύ κρύο του βουνού

Στα πιο ορεινά μέρη, όπου το κρύο ήταν αβάσταχτο, έφτιαχναν σκεπάσματα από γίδινα μαλλιά: το τσόλι ή τραγότσολο. Τραχύ, αλλά ζεστό, αναγκαίο για τις νύχτες του χειμώνα.

Για την προίκα έφτιαχναν ακόμη και σπαργανήθρες – μικρά χεραμάκια ή μαντανίες, συχνά από απομεινάρια υφασμάτων, για τα παιδιά που θα ’ρχονταν. Έτσι η υφαντική συνόδευε τη γυναίκα σε όλη της τη ζωή.

Μνήμη υφασμένη στον χρόνο

Και τέτοιες κρύες μέρες θυμάμα πως τίποτα δεν πήγαινε χαμένο. Κάθε κουρέλι, κάθε μαλλί, κάθε κλωστή έβρισκε τη θέση του. Τα σκεπάσματα και τα στρώματα δεν ζέσταιναν μόνο το σώμα· ζέσταιναν το σπίτι, τη φαμελιά και τη μνήμη.

Σήμερα, όσα από αυτά σώζονται ακόμη στα παλιά σπίτια του Χαλικιού είναι κομμάτια ζωής. Κι όσο τα θυμόμαστε και τα λέμε, τόσο συνεχίζουν να μας σκεπάζουν.

Α.Κ.Ρ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου