στην κρυόβρυση Διαμαντούλα μ’,
στην κρυόβρυση.
Κάθονταν δυο παλληκάρια,
κάθονταν δυο παλληκάρια,
και μια λυγερή Διαμαντουλα μ’
και μια λυγερή.
Κάθονταν και τρωγαν και πιναν,
κάθονταν και τρωγαν και πιναν,
και κουβέντιαζαν Διαμαντουλα μ’
και κουβέντιαζαν.
Διαμαντουλα μ’ γιατί είσαι τέτοια,
Διαμαντουλα μ’ γιατί είσαι τέτοια,
τέτοια κίτρινη Διαμαντουλα μ’
τέτοια κίτρινη;
Μήνα ίσκιος να σε πατάει,
μήνα ίσκιος να σε πατάει,
μήνα φάντασμα Διαμαντουλα μ’
μήνα φάντασμα;
Παραδοσιακό Μουσική: Παραδοσιακό
Στο χωριό μας, στο Χαλίκι, μικρός άκουγα πολλά δημοτικά. Άλλοτε στο σπίτι, άλλοτε σε γιορτές και πανηγύρια, κι άλλοτε απλώς “έτσι”, σαν να ήταν μέρος της καθημερινής ανάσας. Τα τραγουδούσαν οι Χαλικιώτες παππούδες και γιαγιάδες με τη δική τους προφορά και τις ντόπιες παραλλαγές, κι αυτό είναι το πιο συγκινητικό: πως το ίδιο τραγούδι δεν ήταν ποτέ “ένα” — ήταν ζωντανό, γινόταν δικό μας.
Κάτω στα δασιά πλατάνια, στην Κρυόβρυση
κάθονταν δυο παλικάρια και νια λυγερή.
Κάθονταν και τρων και πίνουν και κουβεντιάζουν: -
- Διαμαντούλα μ΄ τ' εισαι τέτοια κίτρινη:
Μην ο ίσκιος πατάει, μην αφάντιασμα;
-Μούιδ΄ο ίσκιος με πατάει, μούιδ΄αφάντιασμα,
με πατάει το παλικάρι τα μεσάνυχτα!...
Δεν τα άκουγες από ραδιόφωνα ούτε από δίσκους· τα άκουγες από στόματα γερασμένα, από φωνές σπασμένες αλλά αληθινές. Τα τραγουδούσαν οι Χαλικιώτες παππούδες και γιαγιάδες, άλλος σιγά, άλλος πιο βαριά, άλλος μ’ ένα παράπονο που δεν ήξερες αν ήταν του τραγουδιού ή της ζωής του. Κάθε τραγούδι είχε τη δική του ανάσα, τη δική του παραλλαγή, τη δική του ντοπιολαλιά. Και κανείς δεν νοιαζόταν αν “έτσι είναι οι σωστοί στίχοι”. Έτσι το θυμόντουσαν, έτσι το λέγαν.
Ανάμεσα σ’ αυτά, ξεχωριστή θέση είχε
το «Κάτω στα δασιά πλατάνια – η
Διαμαντούλα». Δεν ήταν χαρούμενο τραγούδι. Ούτε για γλέντι. Ήταν από
εκείνα που τα λες και πέφτει σιωπή.
Το «Κάτω στα δασιά πλατάνια (Διαμαντούλα)»
είναι ένα ηπειρώτικο τραγούδι που κουβαλά την ατμόσφαιρα της πέτρας, του νερού
και της νύχτας. Στον πυρήνα του έχει μια σκηνή απλή, σχεδόν κινηματογραφική,
που όμως ανοίγει πόρτα σε κάτι βαθύτερο: φόβο, τιμή, ανείπωτο τραύμα, και μια
σκοτεινή υπόνοια για το “τι συμβαίνει όταν πέφτει η νύχτα”.
Ο τόπος: πλατάνια και κρυόβρυση — το σκηνικό δεν είναι
τυχαίο
«Κάτω στα δασιά τα πλατάνια… στην κρυόβρυση…»
Τα πλατάνια και η βρύση
στα ηπειρώτικα τραγούδια είναι κάτι παραπάνω από δέντρα και νερό. Είναι τόποι συνάντησης, τόποι
κοινότητας, αλλά και τόποι οριακοί:
εκεί που το ανθρώπινο ακουμπάει στο άγριο της φύσης. Η κρυόβρυση ειδικά
(κρύο νερό, σκιά, υγρασία) χτίζει ένα κλίμα: σιωπή, δέος, κάτι που “σε
παγώνει”. Σαν να προετοιμάζει το τραγούδι ότι η ιστορία δεν θα πάει χαρούμενα.
Η σκηνή: δύο παλληκάρια και μια λυγερή — τριγωνική ένταση
«Κάθονταν δυο παλληκάρια / και μια λυγερή…»
Το σχήμα δύο άντρες + μία γυναίκα
γεννά αμέσως ένταση, ακόμα κι αν δεν ειπωθεί. Τα “παλληκάρια” στα δημοτικά δεν
είναι απλώς νέοι: είναι τιμή, δύναμη, αντρεία, κοινωνική θέση.
Η “λυγερή” δεν είναι απλώς όμορφη: είναι ευθραυστότητα, νιότη,
κάτι που “λυγάει” εύκολα από τη μοίρα.
Κι έπειτα:
«Κάθονταν και τρώγαν και πίναν / και
κουβέντιαζαν…»
Το φαγητό και το πιοτό εδώ δεν είναι
διασκέδαση. Είναι το “ήρεμο πριν την αποκάλυψη”, σαν η καθημερινότητα να
λειτουργεί ως κάλυμμα για κάτι που καίει από μέσα.
Το κέντρο του τραγουδιού: “γιατί είσαι τέτοια κίτρινη;”
«Διαμαντούλα μ’ γιατί είσαι τέτοια, τέτοια
κίτρινη;»
Η κιτρινάδα στη λαϊκή γλώσσα
δεν είναι απλώς χρώμα. Είναι: χλομάδα από φόβο, αρρώστια (σωματική ή
“ψυχική”), στενοχώρια,
“μαράζι”, ή και ντροπή/βάρος που δεν λέγεται. Οι άντρες ρωτούν, αλλά δεν
ρωτούν τρυφερά. Υπάρχει μια σκιά ελέγχου: τι συνέβη;
ποιος σε άγγιξε; ποιος σε σημάδεψε; Το δημοτικό τραγούδι συχνά
μιλάει για τα πιο βαριά πράγματα πλάγια, με μια φράση.
Η φοβερή υπόνοια: ίσκιος, φάντασμα — “τι σε πατάει;”
«Μήνα ίσκιος να σε πατάει, μήνα φάντασμα;»
Εδώ το τραγούδι πατάει σε έναν κόσμο παλιό,
που τον ξέρανε καλά οι μεγαλύτεροι: ο κόσμος όπου η νύχτα έχει βάρος,
η μοναξιά έχει πλάσμα, και οι άνθρωποι μιλάνε για το κακό με μισόλογα. Ίσκιος:
δεν είναι μόνο σκιά. Είναι κάτι που σε
σκεπάζει, σε πλακώνει, σε αδυνατίζει. Φάντασμα/αφάντασμα (όπως το
λέγατε): κάτι άυλο και τρομακτικό, αλλά και ένας τρόπος να ειπωθεί κάτι ανείπωτο
χωρίς να κατονομαστεί. Κι εδώ έρχεται η δική σας, ντόπια κορύφωση — αυτή που
θυμάστε από τους Χαλικιώτες:
«Μού’ιδ’ ο ίσκιος με πατάει, μού’ιδ’
αφάντιασμα με πατάει, το παλικάρι τα μεσάνυχτα…»
Αυτό το μισόκρυφο “κλείδωμα” αλλάζει τα
πάντα.
Τι λέει στ’ αλήθεια η παραλλαγή του χωριού: από το υπερφυσικό στο ανθρώπινο
Στην “επίσημη” μορφή, η ερώτηση μένει στο αίνιγμα
(ίσκιος/φάντασμα).
Στη ντόπια παραλλαγή,
έρχεται η αποκάλυψη: Δεν είναι (μόνο) ίσκιος. Δεν είναι (μόνο) φάντασμα. Είναι “το παλικάρι τα
μεσάνυχτα”.
Εδώ το τραγούδι μπορεί να διαβαστεί με δυο
τρόπους, και η δύναμή του είναι ακριβώς ότι αφήνει χώρο: Κυριολεκτικός/λαϊκός τρόπος:
“με πατάει” σαν εφιάλτης, σαν νυχτερινό πλάκωμα (αυτό που οι παλιοί το συνέδεαν
με “σκιά”, “πλάσμα”). Κοινωνικός/συμβολικός
τρόπος: “με πατάει” ως καταπίεση, επιβολή, παραβίαση
— μια πράξη που γίνεται “τα μεσάνυχτα”, κρυφά, και αφήνει τη γυναίκα “κίτρινη”.
Το δημοτικό συχνά δεν κατονομάζει.
Γιατί η κοινότητα δεν άντεχε να πει τα πράγματα ωμά, ή γιατί η τιμή και ο φόβος
έβαζαν σιωπή. Έτσι γεννιούνται οι λέξεις ίσκιος
και αφάντασμα: σαν πέπλο πάνω στο πραγματικό.
Οι ιδιωματισμοί: η γλώσσα του Χαλικίου ως μνήμη
Οι φράσεις που θυμάστε έχουν εκείνη την χωριάτικη οικονομία και μουσικότητα:
«μoύ’ιδ’» / «μου ’ιδε» = μου είδε / μου ήρθε / με βρήκε (το “βρήκε πάνω μου”, “με έπιασε”).
«αφάντιασμα» = παραλλαγή του “φάντασμα”, με τον ντόπιο ήχο που κάνει τη λέξη πιο “δική μας”.
«τα μεσάνυχτα»: όχι απλώς ώρα, αλλά σύμβολο: κρυφό, απαγορευμένο, επικίνδυνο.
Αυτά δεν είναι “λάθη” ή “παραφθορές”. Είναι η σφραγίδα του τόπου.
Όπως αλλάζει το νερό από πηγή σε πηγή, έτσι αλλάζει και το τραγούδι από χωριό
σε χωριό. Γιατί τέτοια τραγούδια έμεναν: επειδή μιλούν για πράγματα που δεν
λύνονται.
Το “Διαμαντούλα μ” έχει κάτι από λαϊκή τραγωδία.
Δεν μας δίνει κάθαρση, δεν μας λέει “και ζήσαν αυτοί καλά”. Μας αφήνει με την
εικόνα: ενός τόπου (πλατάνια – βρύση), μιας παρέας (δύο παλληκάρια – μια
λυγερή), και μιας κοπέλας που έχει πάνω της κάτι βαρύ (“με πατάει”). Γι’ αυτό
και το θυμούνται οι άνθρωποι. Επειδή μέσα σε λίγους στίχους χωράει ένα ολόκληρο
σύμπαν: φύση, κοινότητα, φόβος, ντροπή, αντρική δύναμη, γυναικεία ευαλωτότητα,
και τη νύχτα που κάνει τα πάντα πιο επικίνδυνα.
Όταν το έλεγαν οι παππούδες και οι γιαγιάδες στο Χαλίκι,
δεν το έλεγαν για να δείξουν φωνές ή στόλισμα. Το έλεγαν σαν μαρτυρία:
“έτσι είναι ο κόσμος”, “έτσι πατάει η μοίρα”, “έτσι βαραίνουν τα μυστικά”. Και
η ντόπια παραλλαγή — που ρίχνει το βάρος από το “φάντασμα” στο “παλικάρι” — κάνει
το τραγούδι ακόμα πιο δυνατό, γιατί το φέρνει από τον μύθο στην ανθρώπινη
αλήθεια.
Γι’ αυτό και έμειναν. Γιατί δεν ήταν μόνο τραγούδια. Ήταν μνήμη, ήταν προειδοποίηση, ήταν τρόπος να ειπωθούν πράγματα που αλλιώς δεν λέγονταν ποτέ. Και κάθε φορά που τα θυμάμαι όπως τα έλεγαν οι παππούδες και οι γιαγιάδες στο Χαλίκι, καταλαβαίνω πως μαζί με τους στίχους μας παρέδωσαν και μια αλήθεια βαριά — ειπωμένη χαμηλόφωνα, όπως ταιριάζει στα πιο δύσκολα.
Βιβλιογραφία
Πολίτης, Ν. Γ. (1914). Εκλογαί από τα τραγούδια του ελληνικού λαού. Αθήνα: Εστία.
Μέγας, Γ. Α. (1957). Ελληνικά δημοτικά τραγούδια. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.
Καράς, Σ. (1970). Ηπειρωτικά δημοτικά τραγούδια. Αθήνα: Σύλλογος προς Διάδοσιν της Εθνικής Μουσικής.
Λιάβας, Λ. (1999). Το δημοτικό τραγούδι στην Ήπειρο. Αθήνα: Νεφέλη.
Πολίτης, Α. (1984). Το δημοτικό τραγούδι. Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης (ΜΙΕΤ).
Λουκάτος, Δ. (1977). Εισαγωγή στη λαογραφία. Αθήνα: Οδυσσέας.
Μερακλής, Μ. Γ. (1989). Λαϊκός πολιτισμός και προφορική παράδοση. Αθήνα: Καστανιώτης.
Λιάκος, Α. (2007). Πώς το παρελθόν γίνεται ιστορία. Αθήνα: Πόλις.
Α.Κ.Ρ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου