Η ιστορία αποδίδεται στον μπαρμπα Γιώργο, άνθρωπο της στάνης και της υπαίθρου, όπως τη μετέφερε ο ίδιος προφορικά στα παιδιά της οικογένειας. Διατηρείται σκόπιμα το ύφος της αφήγησης, με τις σιωπές, τις αποσιωπήσεις και τα ανοίγματα που χαρακτηρίζουν τις ζωντανές αφηγήσεις και αφήνουν χώρο στη φαντασία του ακροατή.
Το κείμενο δεν επιδιώκει να ερμηνεύσει ή να αποδείξει, αλλά να διασώσει έναν τρόπο θέασης του τόπου: ως χώρου ζωντανού, φορτισμένου με μνήμη και παρουσία. Όπως έλεγαν οι παλιοί, ο τόπος δεν είναι ποτέ μόνος.
Ο μπαρμπα Γιώργος, ο Θεός να τον συγχωρέσει, ήταν άνθρωπος της στάνης. Κτηνοτρόφος από γενιά, με μουστάκι πλούσιο και φωνή βαριά. Ανέβαινε και κατέβαινε χρόνια στα Χειμαδιά, στην περιοχή του Αστακού, κι ύστερα έγινε σόγαμπρος στο Χαλίκι, στον οικισμό Λαδικού, όπου πήρε για γυναίκα του την Παναούλα. Τέσσερα παιδιά έκαναν, κι εμείς, τα παιδιά, τον θυμόμαστε τα βράδια να μας λέει ιστορίες.
Μία απ’ αυτές δεν την ξεχάσαμε ποτέ. «Εγώ, παιδιά μ’, με τα μάτια μ’ την είδα…» Έτσι ξεκινούσε.
Ήταν, λέει, ένα βράδυ καλοκαιριού, φεγγαρόλουστο. Είχε πάει στ’ αλώνι, στη θέση Παλιοκόνακα, εκεί που παλιά είχαν τα κονάκια τους οι Βλάχοι και τώρα στέκει ένα πέτρινο αλώνι. Είχε γυρίσει αργά απ’ τη στάνη κι έκατσε λίγο να ξαποστάσει.
Και τότε την είδε. Να ’ρχεται κατά πάνω του μια γυναίκα πανέμορφη. Μαλλιά πλούσια, να γυαλίζουν σαν μετάξι. Φόρεμα άσπρο, να λάμπει στο φως του φεγγαριού. Και στο κεφάλι της ένα θαλασσί μαντήλι, δεμένο χαλαρά.
«Δεν πάταγε στη γη», μας έλεγε. «Σαν να ’γλίστραγε…»
Στάθηκε απέναντί του και τον κοίταξε. Ο μπαρμπα Γιώργος ένιωσε τα γόνατά του να κόβονται, μα ήταν άντρας σκληρός – δεν έκανε πίσω.
— Μη φοβάσαι, του είπε. — Δώσ’ μου το μαντήλι, να φέρω έναν γύρο.
Και του το ζήτησε σιγανά, σαν μυστικό.
Χωρίς να ξέρει το γιατί, ο μπαρμπα Γιώργος το πήρε απ’ το κεφάλι της και της το ’δωσε. Εκείνη το φόρεσε ξανά, το ’σφιξε καλά, κι εκείνη τη στιγμή…
Άστραψε ο τόπος όλος. Έλαμψε η γη σαν μέρα μεσημέρι.
Κι η γυναίκα χάθηκε. Ούτε βήμα, ούτε ανάσα. Σαν να την κατάπιε ο ουρανός.
Ο μπαρμπα Γιώργος έμεινε ώρα πολλή ακίνητος. Σταυροκοπιόταν, μουρμούριζε προσευχές και γύρισε σπίτι του χωρίς να πει λέξη σε κανέναν.
Από κείνη τη νύχτα, όμως, άρχισαν τα παράξενα. Κάθε βράδυ, σαν γύριζε απ’ τη στάνη, έβρισκε την αυλή συγυρισμένη.
«Δεν την ξαναείδα», μας έλεγε χαμηλόφωνα. «Μα ήξερα…πως ερχόταν.»
Και κάθε φορά που τέλειωνε την ιστορία, έκανε τον σταυρό του και μας έλεγε: «Να σέβεστε τον τόπο.Γιατί δεν είναι μόνος…»
Α.Κ.Ρ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου