Στα μυστικά μας δεν μπορεί να βάλουμε κλειδιά,
ξέρει ο καθένας στ’ αλλουνού τα μάτια να διαβάζη.
Σαν όπως τα τρεχούμενα μοιράζουμε νερά
και τα σπαρτά ποτίζουμε καθείς με την αράδα,
έτσι τις μοιραζόμαστε και θλίψη και χαρά,
για βρέχει σ’ όλο το χωριό, για σ’ όλο είναι λιακάδα!
Γάμος; Αστράφτει από χαρά και γέλιο το χωριό
κι αντιλαλεί το νυφικό τραγούδια πέρα ως πέρα.
Θάνατος; Όλοι θλιβεροί˙ κι απ’ το καμπαναριό
κατάμαυρο η καμπάνα μας τον βάφει τον αγέρα.
Διάπλατα τις εξώπορτες η καλωσύνη ανοί
και στο παλάτι του τρανού και στου φτωχού την τρούπα˙
κι όποιος περάση κι όποιος μπη, γιορτή – καθημερνή,
θα βρη στρωμένο καναπέ, θα βρη γλυκό στην κούπα.
Χώρια απ’ τις έγνοιες της ζωής, τους χάρους τους πικρούς,
μεσ’ στις καρδιές μας έχουμε παντοτινόν Απρίλη,
κι όσες τσουκνίδες βγαίνουνε μονάχες στους αγρούς,
εκεί ξεμοναχιάζονται πνιχτές στο χαμομήλι…
«Πρωινό ξεκίνημα» Γεώργιος Αθάνας.
Από τους πρώτους στίχους γίνεται φανερό ότι στο χωριό οι σχέσεις είναι βαθιές και διαχρονικές. Οι άνθρωποι γνωρίζονται «από ανήλικα παιδιά» και δεν χρειάζονται κλειδιά για τα μυστικά τους, γιατί «ο καθένας στ’ αλλουνού τα μάτια να διαβάζει». Η εμπιστοσύνη και η ειλικρίνεια αποτελούν θεμέλια της κοινότητας.
Η εικόνα του νερού και των χωραφιών λειτουργεί συμβολικά: όπως το νερό μοιράζεται δίκαια για να ποτιστούν τα σπαρτά, έτσι μοιράζονται και τα συναισθήματα. Η χαρά και η λύπη δεν είναι ατομικές εμπειρίες, αλλά συλλογικά βιώματα. Όταν συμβαίνει κάτι, επηρεάζει ολόκληρο το χωριό — «βρέχει σ’ όλο το χωριό» ή «λιακάδα για όλους».
Στους στίχους για τον γάμο και τον θάνατο, ο ποιητής παρουσιάζει τις δύο πιο δυνατές στιγμές της ανθρώπινης ζωής. Ο γάμος γεμίζει το χωριό φως, τραγούδι και γέλιο, ενώ ο θάνατος το βυθίζει στη σιωπηλή θλίψη. Ακόμη και η καμπάνα «βάφει τον αγέρα», δείχνοντας πως το πένθος δεν ανήκει μόνο στην οικογένεια αλλά αγκαλιάζει ολόκληρη την κοινότητα.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η αναφορά στη φιλοξενία και την καλοσύνη. Οι πόρτες ανοίγουν διάπλατα τόσο στο «παλάτι του τρανού» όσο και «στου φτωχού την τρούπα». Δεν υπάρχει κοινωνικός αποκλεισμός· όποιος περάσει θα βρει ζεστασιά, γλυκό και καναπέ. Η καθημερινότητα μεταμορφώνεται σε γιορτή μέσα από την ανθρώπινη επαφή.
Το ποίημα κλείνει με μια αισιόδοξη εικόνα: παρά τις πίκρες και τις δυσκολίες της ζωής, μέσα στις καρδιές των χωριανών υπάρχει «παντοτινός Απρίλης». Ακόμη και τα αγκάθια, οι «τσουκνίδες», χάνουν τη δύναμή τους μέσα στο «χαμομήλι», σύμβολο γαλήνης, απλότητας και ίασης.
Συνολικά, το ποίημα υπενθυμίζει ότι το χωριό δεν είναι μόνο τόπος, αλλά τρόπος ζωής και στάση απέναντι στον άνθρωπο· μια κοινότητα όπου η μοναξιά δεν βρίσκει χώρο και όπου το «εμείς» προηγείται του «εγώ».
Διαβάζοντας το ποίημα «Οι χωριανοί», δύσκολα μπορούσε κανείς να μη σκεφτεί το χωριό μας το Χαλίκι Τριχωνίδας. Έναν τόπο όπου οι άνθρωποι γνωρίζονταν με το μικρό τους όνομα, όπου οι χαρές και οι λύπες δεν έμεναν ποτέ μοναχικές και όπου η πόρτα του σπιτιού —φτωχού ή πλούσιου— άνοιγε με καλοσύνη.
Στο Χαλίκι, όπως και στο ποίημα, οι γάμοι γίνονταν χαρά για όλους και οι απώλειες βάραιναν ολόκληρη την κοινότητα. Οι εποχές άλλαζαν, οι καιροί δυσκόλευαν, όμως η ανθρώπινη ζεστασιά, η φιλοξενία και το «μαζί» κρατούσαν ακόμη. Αυτός ο «παντοτινός Απρίλης» που περιέγραφε ο ποιητής υπήρξε η μνήμη, η ρίζα και η ψυχή του χωριού μας.
Η ανάρτηση αυτού του ποιήματος δεν ήταν απλώς μια λογοτεχνική επιλογή· υπήρξε μια υπενθύμιση του ποιοι ήμασταν και τι άξιζε να κρατήσουμε ζωντανό.
Α.Κ.Ρ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου