Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2026

Το Θαλασσί μαντήλι της νεράιδας (όπως το ’λεγε ο μπαρμπα Γιώργος)

 Η αφήγηση που ακολουθεί ανήκει στον κόσμο της προφορικής λαϊκής παράδοσης, εκεί όπου η καθημερινή ζωή, η μνήμη και το υπερφυσικό συνυπάρχουν χωρίς σαφή όρια. Οι νεράιδες, γνώριμες μορφές της ελληνικής λαϊκής φαντασίας, εμφανίζονται συχνά σε απομονωμένους τόπους — αλώνια, πηγές, περάσματα και βοσκότοπους — και συνδέονται με μαντήλια, χτενάκια ή άλλα προσωπικά αντικείμενα που λειτουργούν ως δεσμοί ανάμεσα στον ανθρώπινο και τον «άλλο» κόσμο.


Η ιστορία αποδίδεται στον μπαρμπα Γιώργο, άνθρωπο της στάνης και της υπαίθρου, όπως τη μετέφερε ο ίδιος προφορικά στα παιδιά της οικογένειας. Διατηρείται σκόπιμα το ύφος της αφήγησης, με τις σιωπές, τις αποσιωπήσεις και τα ανοίγματα που χαρακτηρίζουν τις ζωντανές αφηγήσεις και αφήνουν χώρο στη φαντασία του ακροατή.

Το κείμενο δεν επιδιώκει να ερμηνεύσει ή να αποδείξει, αλλά να διασώσει έναν τρόπο θέασης του τόπου: ως χώρου ζωντανού, φορτισμένου με μνήμη και παρουσία. Όπως έλεγαν οι παλιοί, ο τόπος δεν είναι ποτέ μόνος.

Ο μπαρμπα Γιώργος, ο Θεός να τον συγχωρέσει, ήταν άνθρωπος της στάνης. Κτηνοτρόφος από γενιά, με μουστάκι πλούσιο και φωνή βαριά. Ανέβαινε και κατέβαινε χρόνια στα Χειμαδιά, στην περιοχή του Αστακού, κι ύστερα έγινε σόγαμπρος στο Χαλίκι, στον οικισμό Λαδικού, όπου πήρε για γυναίκα του την Παναούλα. Τέσσερα παιδιά έκαναν, κι εμείς, τα παιδιά, τον θυμόμαστε τα βράδια να μας λέει ιστορίες.

Μία απ’ αυτές δεν την ξεχάσαμε ποτέ. «Εγώ, παιδιά μ’, με τα μάτια μ’ την είδα…» Έτσι ξεκινούσε.

Ήταν, λέει, ένα βράδυ καλοκαιριού, φεγγαρόλουστο. Είχε πάει στ’ αλώνι, στη θέση Παλιοκόνακα, εκεί που παλιά είχαν τα κονάκια τους οι Βλάχοι και τώρα στέκει ένα πέτρινο αλώνι. Είχε γυρίσει αργά απ’ τη στάνη κι έκατσε λίγο να ξαποστάσει.

Και τότε την είδε. Να ’ρχεται κατά πάνω του μια γυναίκα πανέμορφη. Μαλλιά πλούσια, να γυαλίζουν σαν μετάξι. Φόρεμα άσπρο, να λάμπει στο φως του φεγγαριού. Και στο κεφάλι της ένα θαλασσί μαντήλι, δεμένο χαλαρά.

«Δεν πάταγε στη γη», μας έλεγε. «Σαν να ’γλίστραγε…»

Στάθηκε απέναντί του και τον κοίταξε. Ο μπαρμπα Γιώργος ένιωσε τα γόνατά του να κόβονται, μα ήταν άντρας σκληρός – δεν έκανε πίσω.

— Μη φοβάσαι, του είπε. — Δώσ’ μου το μαντήλι, να φέρω έναν γύρο.

Και του το ζήτησε σιγανά, σαν μυστικό.

Χωρίς να ξέρει το γιατί, ο μπαρμπα Γιώργος το πήρε απ’ το κεφάλι της και της το ’δωσε. Εκείνη το φόρεσε ξανά, το ’σφιξε καλά, κι εκείνη τη στιγμή…

Άστραψε ο τόπος όλος. Έλαμψε η γη σαν μέρα μεσημέρι.

Κι η γυναίκα χάθηκε. Ούτε βήμα, ούτε ανάσα. Σαν να την κατάπιε ο ουρανός.

Ο μπαρμπα Γιώργος έμεινε ώρα πολλή ακίνητος. Σταυροκοπιόταν, μουρμούριζε προσευχές και γύρισε σπίτι του χωρίς να πει λέξη σε κανέναν.

Από κείνη τη νύχτα, όμως, άρχισαν τα παράξενα. Κάθε βράδυ, σαν γύριζε απ’ τη στάνη, έβρισκε την αυλή συγυρισμένη.

«Δεν την ξαναείδα», μας έλεγε χαμηλόφωνα. «Μα ήξερα…πως ερχόταν.»

Και κάθε φορά που τέλειωνε την ιστορία, έκανε τον σταυρό του και μας έλεγε: «Να σέβεστε τον τόπο.Γιατί δεν είναι μόνος…»

Α.Κ.Ρ.

Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2026

«Κάτω στα δασιά πλατάνια» – μια μνήμη από το Χαλίκι ( Διαμαντούλα )

Κάτω στα δασιά τα πλατάνια, 
κάτω στα δασια τα πλατάνια, 
στην κρυόβρυση Διαμαντούλα μ’, 
στην κρυόβρυση. 

 Κάθονταν δυο παλληκάρια, 
κάθονταν δυο παλληκάρια, 
και μια λυγερή Διαμαντουλα μ’ 
και μια λυγερή. 
 
Κάθονταν και τρωγαν και πιναν, 
κάθονταν και τρωγαν και πιναν, 
και κουβέντιαζαν Διαμαντουλα μ’ 
και κουβέντιαζαν. 
 
Διαμαντουλα μ’ γιατί είσαι τέτοια, 
Διαμαντουλα μ’ γιατί είσαι τέτοια, 
τέτοια κίτρινη Διαμαντουλα μ’ 
τέτοια κίτρινη; 

 Μήνα ίσκιος να σε πατάει, 
μήνα ίσκιος να σε πατάει, 
μήνα φάντασμα Διαμαντουλα μ’ 
μήνα φάντασμα; 

                                                                        Παραδοσιακό Μουσική: Παραδοσιακό 

Στο χωριό μας, στο Χαλίκι, μικρός άκουγα πολλά δημοτικά. Άλλοτε στο σπίτι, άλλοτε σε γιορτές και πανηγύρια, κι άλλοτε απλώς “έτσι”, σαν να ήταν μέρος της καθημερινής ανάσας. Τα τραγουδούσαν οι Χαλικιώτες παππούδες και γιαγιάδες με τη δική τους προφορά και τις ντόπιες παραλλαγές, κι αυτό είναι το πιο συγκινητικό: πως το ίδιο τραγούδι δεν ήταν ποτέ “ένα” — ήταν ζωντανό, γινόταν δικό μας.

Κάτω στα δασιά πλατάνια, στην Κρυόβρυση 

κάθονταν δυο παλικάρια και νια λυγερή.

 Κάθονταν και τρων και πίνουν και κουβεντιάζουν: -

- Διαμαντούλα μ΄ τ' εισαι τέτοια κίτρινη: 

Μην ο ίσκιος πατάει, μην αφάντιασμα;

-Μούιδ΄ο ίσκιος με πατάει, μούιδ΄αφάντιασμα, 

με πατάει το παλικάρι τα μεσάνυχτα!...

Δεν τα άκουγες από ραδιόφωνα ούτε από δίσκους· τα άκουγες από στόματα γερασμένα, από φωνές σπασμένες αλλά αληθινές. Τα τραγουδούσαν οι Χαλικιώτες παππούδες και γιαγιάδες, άλλος σιγά, άλλος πιο βαριά, άλλος μ’ ένα παράπονο που δεν ήξερες αν ήταν του τραγουδιού ή της ζωής του. Κάθε τραγούδι είχε τη δική του ανάσα, τη δική του παραλλαγή, τη δική του ντοπιολαλιά. Και κανείς δεν νοιαζόταν αν “έτσι είναι οι σωστοί στίχοι”. Έτσι το θυμόντουσαν, έτσι το λέγαν.

Ανάμεσα σ’ αυτά, ξεχωριστή θέση είχε το «Κάτω στα δασιά πλατάνια – η Διαμαντούλα». Δεν ήταν χαρούμενο τραγούδι. Ούτε για γλέντι. Ήταν από εκείνα που τα λες και πέφτει σιωπή.

Το «Κάτω στα δασιά πλατάνια (Διαμαντούλα)» είναι ένα ηπειρώτικο τραγούδι που κουβαλά την ατμόσφαιρα της πέτρας, του νερού και της νύχτας. Στον πυρήνα του έχει μια σκηνή απλή, σχεδόν κινηματογραφική, που όμως ανοίγει πόρτα σε κάτι βαθύτερο: φόβο, τιμή, ανείπωτο τραύμα, και μια σκοτεινή υπόνοια για το “τι συμβαίνει όταν πέφτει η νύχτα”.

Ο τόπος: πλατάνια και κρυόβρυση — το σκηνικό δεν είναι τυχαίο

«Κάτω στα δασιά τα πλατάνιαστην κρυόβρυση…»

Τα πλατάνια και η βρύση στα ηπειρώτικα τραγούδια είναι κάτι παραπάνω από δέντρα και νερό. Είναι τόποι συνάντησης, τόποι κοινότητας, αλλά και τόποι οριακοί: εκεί που το ανθρώπινο ακουμπάει στο άγριο της φύσης. Η κρυόβρυση ειδικά (κρύο νερό, σκιά, υγρασία) χτίζει ένα κλίμα: σιωπή, δέος, κάτι που “σε παγώνει”. Σαν να προετοιμάζει το τραγούδι ότι η ιστορία δεν θα πάει χαρούμενα.

Η σκηνή: δύο παλληκάρια και μια λυγερή — τριγωνική ένταση

«Κάθονταν δυο παλληκάρια / και μια λυγερή…»

Το σχήμα δύο άντρες + μία γυναίκα γεννά αμέσως ένταση, ακόμα κι αν δεν ειπωθεί. Τα “παλληκάρια” στα δημοτικά δεν είναι απλώς νέοι: είναι τιμή, δύναμη, αντρεία, κοινωνική θέση. Η “λυγερή” δεν είναι απλώς όμορφη: είναι ευθραυστότητα, νιότη, κάτι που “λυγάει” εύκολα από τη μοίρα.

Κι έπειτα:

«Κάθονταν και τρώγαν και πίναν / και κουβέντιαζαν…»

Το φαγητό και το πιοτό εδώ δεν είναι διασκέδαση. Είναι το “ήρεμο πριν την αποκάλυψη”, σαν η καθημερινότητα να λειτουργεί ως κάλυμμα για κάτι που καίει από μέσα.

Το κέντρο του τραγουδιού: “γιατί είσαι τέτοια κίτρινη;”

«Διαμαντούλα μ’ γιατί είσαι τέτοια, τέτοια κίτρινη;»

Η κιτρινάδα στη λαϊκή γλώσσα δεν είναι απλώς χρώμα. Είναι: χλομάδα από φόβο, αρρώστια (σωματική ή “ψυχική”), στενοχώρια, “μαράζι”, ή και ντροπή/βάρος που δεν λέγεται. Οι άντρες ρωτούν, αλλά δεν ρωτούν τρυφερά. Υπάρχει μια σκιά ελέγχου: τι συνέβη; ποιος σε άγγιξε; ποιος σε σημάδεψε; Το δημοτικό τραγούδι συχνά μιλάει για τα πιο βαριά πράγματα πλάγια, με μια φράση.

Η φοβερή υπόνοια: ίσκιος, φάντασμα — “τι σε πατάει;”

«Μήνα ίσκιος να σε πατάει, μήνα φάντασμα;»

Εδώ το τραγούδι πατάει σε έναν κόσμο παλιό, που τον ξέρανε καλά οι μεγαλύτεροι: ο κόσμος όπου η νύχτα έχει βάρος, η μοναξιά έχει πλάσμα, και οι άνθρωποι μιλάνε για το κακό με μισόλογα. Ίσκιος: δεν είναι μόνο σκιά. Είναι κάτι που σε σκεπάζει, σε πλακώνει, σε αδυνατίζει. Φάντασμα/αφάντασμα (όπως το λέγατε): κάτι άυλο και τρομακτικό, αλλά και ένας τρόπος να ειπωθεί κάτι ανείπωτο χωρίς να κατονομαστεί. Κι εδώ έρχεται η δική σας, ντόπια κορύφωση — αυτή που θυμάστε από τους Χαλικιώτες:

«Μού’ιδ’ ο ίσκιος με πατάει, μού’ιδ’ αφάντιασμα με πατάει, το παλικάρι τα μεσάνυχτα…»

Αυτό το μισόκρυφο “κλείδωμα” αλλάζει τα πάντα.

 Τι λέει στ’ αλήθεια η παραλλαγή του χωριού: από το υπερφυσικό στο ανθρώπινο

Στην “επίσημη” μορφή, η ερώτηση μένει στο αίνιγμα (ίσκιος/φάντασμα).
Στη ντόπια παραλλαγή, έρχεται η αποκάλυψη: Δεν είναι (μόνο) ίσκιος. Δεν είναι (μόνο) φάντασμα. Είναι “το παλικάρι τα μεσάνυχτα”.

Εδώ το τραγούδι μπορεί να διαβαστεί με δυο τρόπους, και η δύναμή του είναι ακριβώς ότι αφήνει χώρο: Κυριολεκτικός/λαϊκός τρόπος: “με πατάει” σαν εφιάλτης, σαν νυχτερινό πλάκωμα (αυτό που οι παλιοί το συνέδεαν με “σκιά”, “πλάσμα”). Κοινωνικός/συμβολικός τρόπος: “με πατάει” ως καταπίεση, επιβολή, παραβίαση — μια πράξη που γίνεται “τα μεσάνυχτα”, κρυφά, και αφήνει τη γυναίκα “κίτρινη”.

Το δημοτικό συχνά δεν κατονομάζει. Γιατί η κοινότητα δεν άντεχε να πει τα πράγματα ωμά, ή γιατί η τιμή και ο φόβος έβαζαν σιωπή. Έτσι γεννιούνται οι λέξεις ίσκιος και αφάντασμα: σαν πέπλο πάνω στο πραγματικό.

Οι ιδιωματισμοί: η γλώσσα του Χαλικίου ως μνήμη

Οι φράσεις που θυμάστε έχουν εκείνη την χωριάτικη οικονομία και μουσικότητα:

 «μoύ’ιδ’» / «μου ’ιδε» = μου είδε / μου ήρθε / με βρήκε (το “βρήκε πάνω μου”, “με έπιασε”).

«αφάντιασμα» = παραλλαγή του “φάντασμα”, με τον ντόπιο ήχο που κάνει τη λέξη πιο “δική μας”.

«τα μεσάνυχτα»: όχι απλώς ώρα, αλλά σύμβολο: κρυφό, απαγορευμένο, επικίνδυνο.

Αυτά δεν είναι “λάθη” ή “παραφθορές”. Είναι η σφραγίδα του τόπου. Όπως αλλάζει το νερό από πηγή σε πηγή, έτσι αλλάζει και το τραγούδι από χωριό σε χωριό. Γιατί τέτοια τραγούδια έμεναν: επειδή μιλούν για πράγματα που δεν λύνονται.

Το “Διαμαντούλα μ” έχει κάτι από λαϊκή τραγωδία. Δεν μας δίνει κάθαρση, δεν μας λέει “και ζήσαν αυτοί καλά”. Μας αφήνει με την εικόνα: ενός τόπου (πλατάνια – βρύση), μιας παρέας (δύο παλληκάρια – μια λυγερή), και μιας κοπέλας που έχει πάνω της κάτι βαρύ (“με πατάει”). Γι’ αυτό και το θυμούνται οι άνθρωποι. Επειδή μέσα σε λίγους στίχους χωράει ένα ολόκληρο σύμπαν: φύση, κοινότητα, φόβος, ντροπή, αντρική δύναμη, γυναικεία ευαλωτότητα, και τη νύχτα που κάνει τα πάντα πιο επικίνδυνα.

Όταν το έλεγαν οι παππούδες και οι γιαγιάδες στο Χαλίκι, δεν το έλεγαν για να δείξουν φωνές ή στόλισμα. Το έλεγαν σαν μαρτυρία: “έτσι είναι ο κόσμος”, “έτσι πατάει η μοίρα”, “έτσι βαραίνουν τα μυστικά”. Και η ντόπια παραλλαγή — που ρίχνει το βάρος από το “φάντασμα” στο “παλικάρι” — κάνει το τραγούδι ακόμα πιο δυνατό, γιατί το φέρνει από τον μύθο στην ανθρώπινη αλήθεια.

Γι’ αυτό και έμειναν. Γιατί δεν ήταν μόνο τραγούδια. Ήταν μνήμη, ήταν προειδοποίηση, ήταν τρόπος να ειπωθούν πράγματα που αλλιώς δεν λέγονταν ποτέ. Και κάθε φορά που τα θυμάμαι όπως τα έλεγαν οι παππούδες και οι γιαγιάδες στο Χαλίκι, καταλαβαίνω πως μαζί με τους στίχους μας παρέδωσαν και μια αλήθεια βαριά — ειπωμένη χαμηλόφωνα, όπως ταιριάζει στα πιο δύσκολα.

Βιβλιογραφία

Πολίτης, Ν. Γ. (1914). Εκλογαί από τα τραγούδια του ελληνικού λαού. Αθήνα: Εστία.
Μέγας, Γ. Α. (1957). Ελληνικά δημοτικά τραγούδια. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.
Καράς, Σ. (1970). Ηπειρωτικά δημοτικά τραγούδια. Αθήνα: Σύλλογος προς Διάδοσιν της Εθνικής Μουσικής.
Λιάβας, Λ. (1999). Το δημοτικό τραγούδι στην Ήπειρο. Αθήνα: Νεφέλη.
Πολίτης, Α. (1984). Το δημοτικό τραγούδι. Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης (ΜΙΕΤ).
Λουκάτος, Δ. (1977). Εισαγωγή στη λαογραφία. Αθήνα: Οδυσσέας.
Μερακλής, Μ. Γ. (1989). Λαϊκός πολιτισμός και προφορική παράδοση. Αθήνα: Καστανιώτης.

Λιάκος, Α. (2007). Πώς το παρελθόν γίνεται ιστορία. Αθήνα: Πόλις.

Α.Κ.Ρ.

Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2026

Οι χωριανοί (Γεώργιος Αθάνας)

Όλοι μας γνωριζόμαστε από ανήλικα παιδιά˙
με το μικρό του τ’ όνομα ο ένας τον άλλον κράζει.

Στα μυστικά μας δεν μπορεί να βάλουμε κλειδιά,
ξέρει ο καθένας στ’ αλλουνού τα μάτια να διαβάζη.

Σαν όπως τα τρεχούμενα μοιράζουμε νερά
και τα σπαρτά ποτίζουμε καθείς με την αράδα,
έτσι τις μοιραζόμαστε και θλίψη και χαρά,
για βρέχει σ’ όλο το χωριό, για σ’ όλο είναι λιακάδα!

Γάμος; Αστράφτει από χαρά και γέλιο το χωριό
κι αντιλαλεί το νυφικό τραγούδια πέρα ως πέρα.
Θάνατος; Όλοι θλιβεροί˙ κι απ’ το καμπαναριό
κατάμαυρο η καμπάνα μας τον βάφει τον αγέρα.

Διάπλατα τις εξώπορτες η καλωσύνη ανοί
και στο παλάτι του τρανού και στου φτωχού την τρούπα˙
κι όποιος περάση κι όποιος μπη, γιορτή – καθημερνή,
θα βρη στρωμένο καναπέ, θα βρη γλυκό στην κούπα.

Χώρια απ’ τις έγνοιες της ζωής, τους χάρους τους πικρούς,
μεσ’ στις καρδιές μας έχουμε παντοτινόν Απρίλη,
κι όσες τσουκνίδες βγαίνουνε μονάχες στους αγρούς,
εκεί ξεμοναχιάζονται πνιχτές στο χαμομήλι…

«Πρωινό ξεκίνημα» Γεώργιος Αθάνας.

ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΕΠΙΛΟΓΗ ΘΑΝΑΣΗΣ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ
ΙΔΡΥΜΑ Γ. ΚΑΙ Μ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗ-ΝΟΒΑ ΝΑΥΠΑΚΤΟΣ 2001
«Αναρτάται για πολιτιστικούς και μη κερδοσκοπικούς σκοπούς»

   Το ποίημα «Οι χωριανοί» αποτελεί έναν ύμνο στη συλλογική ζωή του ελληνικού χωριού, όπως αυτή διαμορφώθηκε μέσα στον χρόνο: με οικειότητα, αλληλεγγύη, κοινές χαρές και κοινές λύπες. Ο ποιητής δεν εξιδανικεύει επιφανειακά την επαρχιακή ζωή· αντίθετα, αναδεικνύει την ανθρώπινη εγγύτητα που γεννιέται όταν οι άνθρωποι ζουν πραγματικά μαζί. 

    Από τους πρώτους στίχους γίνεται φανερό ότι στο χωριό οι σχέσεις είναι βαθιές και διαχρονικές. Οι άνθρωποι γνωρίζονται «από ανήλικα παιδιά» και δεν χρειάζονται κλειδιά για τα μυστικά τους, γιατί «ο καθένας στ’ αλλουνού τα μάτια να διαβάζει». Η εμπιστοσύνη και η ειλικρίνεια αποτελούν θεμέλια της κοινότητας.

    Η εικόνα του νερού και των χωραφιών λειτουργεί συμβολικά: όπως το νερό μοιράζεται δίκαια για να ποτιστούν τα σπαρτά, έτσι μοιράζονται και τα συναισθήματα. Η χαρά και η λύπη δεν είναι ατομικές εμπειρίες, αλλά συλλογικά βιώματα. Όταν συμβαίνει κάτι, επηρεάζει ολόκληρο το χωριό — «βρέχει σ’ όλο το χωριό» ή «λιακάδα για όλους».

    Στους στίχους για τον γάμο και τον θάνατο, ο ποιητής παρουσιάζει τις δύο πιο δυνατές στιγμές της ανθρώπινης ζωής. Ο γάμος γεμίζει το χωριό φως, τραγούδι και γέλιο, ενώ ο θάνατος το βυθίζει στη σιωπηλή θλίψη. Ακόμη και η καμπάνα «βάφει τον αγέρα», δείχνοντας πως το πένθος δεν ανήκει μόνο στην οικογένεια αλλά αγκαλιάζει ολόκληρη την κοινότητα.

    Ιδιαίτερη σημασία έχει και η αναφορά στη φιλοξενία και την καλοσύνη. Οι πόρτες ανοίγουν διάπλατα τόσο στο «παλάτι του τρανού» όσο και «στου φτωχού την τρούπα». Δεν υπάρχει κοινωνικός αποκλεισμός· όποιος περάσει θα βρει ζεστασιά, γλυκό και καναπέ. Η καθημερινότητα μεταμορφώνεται σε γιορτή μέσα από την ανθρώπινη επαφή.

    Το ποίημα κλείνει με μια αισιόδοξη εικόνα: παρά τις πίκρες και τις δυσκολίες της ζωής, μέσα στις καρδιές των χωριανών υπάρχει «παντοτινός Απρίλης». Ακόμη και τα αγκάθια, οι «τσουκνίδες», χάνουν τη δύναμή τους μέσα στο «χαμομήλι», σύμβολο γαλήνης, απλότητας και ίασης.

    Συνολικά, το ποίημα υπενθυμίζει ότι το χωριό δεν είναι μόνο τόπος, αλλά τρόπος ζωής και στάση απέναντι στον άνθρωπο· μια κοινότητα όπου η μοναξιά δεν βρίσκει χώρο και όπου το «εμείς» προηγείται του «εγώ».

    Διαβάζοντας το ποίημα «Οι χωριανοί», δύσκολα μπορούσε κανείς να μη σκεφτεί το χωριό μας το Χαλίκι Τριχωνίδας. Έναν τόπο όπου οι άνθρωποι γνωρίζονταν με το μικρό τους όνομα, όπου οι χαρές και οι λύπες δεν έμεναν ποτέ μοναχικές και όπου η πόρτα του σπιτιού —φτωχού ή πλούσιου— άνοιγε με καλοσύνη.

Στο Χαλίκι, όπως και στο ποίημα, οι γάμοι γίνονταν χαρά για όλους και οι απώλειες βάραιναν ολόκληρη την κοινότητα. Οι εποχές άλλαζαν, οι καιροί δυσκόλευαν, όμως η ανθρώπινη ζεστασιά, η φιλοξενία και το «μαζί» κρατούσαν ακόμη. Αυτός ο «παντοτινός Απρίλης» που περιέγραφε ο ποιητής υπήρξε η μνήμη, η ρίζα και η ψυχή του χωριού μας.

Η ανάρτηση αυτού του ποιήματος δεν ήταν απλώς μια λογοτεχνική επιλογή· υπήρξε μια υπενθύμιση του ποιοι ήμασταν και τι άξιζε να κρατήσουμε ζωντανό.

Α.Κ.Ρ.

Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2026

Σκεπάσματα και στρώματα στην παραδοσιακή Χαλικιώτικη κοινωνία (και όχι μόνο…)

 

Τέτοιες κρύες μέρες θυμάμα τα παλιά σπίτια στο Χαλίκι. Θυμάμα τις βαριές κουβέρτες, τα μάλλινα στρωσίδια, τις βελέντζες και τις τσέργες που σκέπαζαν ολόκληρη τη φαμελιά. Τότε που το κρύο δεν το πολεμούσες με καλοριφέρ, αλλά με υφαντά φτιαγμένα από χέρια γνωστά, από γυναίκες του σπιτιού.

Στο Χαλίκι, όπως και σε όλη την Αιτωλία, τα σκεπάσματα και τα στρώματα δεν ήταν απλά πράγματα του σπιτιού. Ήταν προίκα, ήταν κόπος, ήταν τιμή. Ο Αιτωλός τα αποκτούσε από τη γυναίκα του· τα έπαιρνε προικιό όταν παντρευόταν. Και η προίκα δεν μετριόταν μόνο σε ποσότητα, αλλά κυρίως σε δουλειά και τέχνη.

Προίκα που ζέσταινε το σπίτι

Όποιος είχε κορίτσι σε ηλικία γάμου, είχε και τα προικιάτικα υφαντά στοιβαγμένα στο σπίτι. Με αυτά σκέπαζαν τους δικούς τους και με αυτά φιλοξενούσαν τον ξένο. Δεν ήταν τυχαίο πως, όταν έρχονταν ξένοι στο χωριό και ήξεραν πως θα ξενυχτήσουν, προτιμούσαν σπίτια με κορίτσια: εκεί υπήρχαν πάντα καλά, καθαρά και ζεστά σκεπάσματα.

Τα προικιά στην Αιτωλία τα ύφαινε η ίδια η νύφη. Σπάνια οι γονείς δεν έβαζαν τα κορίτσια στον αργαλειό. Και όποια δεν ήξερε να υφαίνει, δύσκολα λογαριαζόταν προκομμένη. Η υφαντική ήταν μάθημα ζωής, όχι απλώς τέχνη.

Η βελέντζα και η τσέργα – βαριά για τον χειμώνα

Το πιο σπουδαίο σκέπασμα ήταν η βελέντζα. Μάλλινη, βαριά, φτιαγμένη για το τσουχτερό κρύο της περιοχής. Άλλοτε λευκή με χρωματιστές ταινίες στις άκρες, άλλοτε βαμμένη κόκκινη ή τριανταφυλλιά, κι άλλοτε παρδαλή, γεμάτη νερά και σχέδια.

Η βελέντζα φτιαχνόταν από κομμάτια υφάσματος που συρράβονταν προσεκτικά με χοντρά μάλλινα ράμματα. Αυτό το ράψιμο δεν ήταν εύκολη δουλειά και το αναλάμβαναν γυναίκες μεγάλης πείρας. Από τον αριθμό των κομματιών έπαιρνε και το όνομά της: με δυο, με τρία, με τέσσερα φύλλα.

Αν είχε κρόσσια, λεγόταν τσέργα. Παλιά, η τσέργα δεν έλειπε από κανένα σπίτι. Ολόκληρη η φαμελιά σκεπαζόταν με ένα σκέπασμα, εκτός από το αντρόγυνο. Ήταν άλλος τρόπος ζωής, πιο σφιχτός, πιο δεμένος.

Χεράμια και μαντανίες – για στρώμα και σκέπασμα



Τα χεράμια και οι μαντανίες είχαν διπλή χρήση. Στρώνονταν στο πάτωμα ή πάνω σε άλλα στρώματα και τη νύχτα σκέπαζαν τους ανθρώπους. Πολύχρωμα, με κεντίδια και σχέδια, στόλιζαν και ζέσταιναν μαζί.


Σε πολλά ορεινά χωριά, η μαντανία λεγόταν «κορτσίδα», γιατί την ύφαινε το κορίτσι για την προίκα του. Άλλοτε απλή, άλλοτε καραμελωτή, άλλοτε κυλιμίσια, κάθε μαντανία είχε τον χαρακτήρα της.

Τα στρώματα και το στρωσίδι

Τα μάλλινα στρώματα φτιάχνονταν σαν μεγάλοι σάκοι. Συρράβονταν κομμάτια υφάσματος, γεμίζονταν με παλιοκούρελα ή πρόβια μαλλιά και ράβονταν έτσι ώστε να μη μαζεύεται το γέμισμα. Πάνω τους έμπαινε το σεντόνι, συνήθως λευκό, καμιά φορά με χρωματιστές άκρες.

Για στρωσίδι, το ωραιότερο και χρησιμότερο ήταν το κυλίμι. Ήταν ο ντόπιος τάπητας. Χρειαζόταν μεγάλη τέχνη για να υφανθεί, ιδιαίτερα τα κεντητά κυλίμια, που πολλές φορές ήταν αληθινά έργα τέχνης. Το μεγάλο κυλίμι της σάλας ήταν καμάρι του σπιτιού.


Για το βαρύ κρύο του βουνού

Στα πιο ορεινά μέρη, όπου το κρύο ήταν αβάσταχτο, έφτιαχναν σκεπάσματα από γίδινα μαλλιά: το τσόλι ή τραγότσολο. Τραχύ, αλλά ζεστό, αναγκαίο για τις νύχτες του χειμώνα.

Για την προίκα έφτιαχναν ακόμη και σπαργανήθρες – μικρά χεραμάκια ή μαντανίες, συχνά από απομεινάρια υφασμάτων, για τα παιδιά που θα ’ρχονταν. Έτσι η υφαντική συνόδευε τη γυναίκα σε όλη της τη ζωή.

Μνήμη υφασμένη στον χρόνο

Και τέτοιες κρύες μέρες θυμάμα πως τίποτα δεν πήγαινε χαμένο. Κάθε κουρέλι, κάθε μαλλί, κάθε κλωστή έβρισκε τη θέση του. Τα σκεπάσματα και τα στρώματα δεν ζέσταιναν μόνο το σώμα· ζέσταιναν το σπίτι, τη φαμελιά και τη μνήμη.

Σήμερα, όσα από αυτά σώζονται ακόμη στα παλιά σπίτια του Χαλικιού είναι κομμάτια ζωής. Κι όσο τα θυμόμαστε και τα λέμε, τόσο συνεχίζουν να μας σκεπάζουν.

Α.Κ.Ρ.