Το γνέσιμο δεν γινόταν ποτέ μόνο του. Συνόδευε κάθε άλλη εργασία: στο βοσκήμα των ζώων, στο περπάτημα, στα νυχτέρια, στο φύλαγμα των παιδιών. Γινόταν παράλληλα με όλες τις δουλειές της ημέρας: στο δρόμο για τη βρύση, στο μύλο, στην κουβέντα με τις γειτόνισσες. Όπου στεκόταν ή περπατούσε η γυναίκα, η ρόκα ήταν μαζί της.
λέει χαρακτηριστικά το τραγούδι.
Το γνέσιμο ήταν μεγάλη ανάγκη της οικογένειας. Σχεδόν όλα τα υφάσματα ήταν μάλλινα· βαμβάκι, λινάρι και μετάξι ήταν σπάνια ή άγνωστα. Το μαλλί το λανάριζαν, το έκαναν τουλούπες και έπειτα άρχιζε η δουλειά. Η γυναίκα έδενε την τουλούπα στη ρόκα και, με το αδράχτι και το σφοντύλι, έγνεθε το νήμα. Όταν το αδράχτι γέμιζε, το νήμα τυλιγόταν σε μπάλα: τη δρούγα για το υφάδι ή το κουβάρι για το στημόνι.
Το γνέσιμο συνοδευόταν συχνά από τραγούδι και πειράγματα:
Κοντά στις άλλες δουλειές που όφειλε να ξέρει μια καλή νοικοκυρά, το γνέσιμο κατείχε ξεχωριστή θέση. Σε κάθε χωριό υπήρχαν και ιδιαίτερα καλές γνέστρες, που γνέθανε ξένα μαλλιά «με πλέρα», δηλαδή επί πληρωμή. Ιδιαίτερη δεξιότητα απαιτούσε το γνέσιμο του στημονιού, που έπρεπε να είναι λεπτό, κρουστό και ισόμετρο, γιατί αποτελούσε τη βάση του υφαντού. Το υφάδι, πιο χοντρό, ήταν ευκολότερο και το γνέθαν κυρίως τα κορίτσια που μάθαιναν την τέχνη.
Για το γνέσιμο χρειάζονταν τρία πράγματα: ρόκα, αδράχτι και σφοντύλι.
Εδώ θυμάμαι και τον παππού μου. Ήταν ιερέας, μα πριν απ’ όλα ήταν καλός πελεκάνος. Πολλά απ’ αυτά που ξέρω για τη ρόκα τα έμαθα από εκείνον. Καθόταν ήσυχος, με το ξύλο στα γόνατα, και δούλευε αργά, με σεβασμό. Έλεγε πως το ξύλο δεν θέλει βιασύνη· θέλει χέρι και μεράκι. Για το σκάλισμα χρησιμοποιούσε ένα κοπίδι, που το έλεγαν μπινέλι. Για να το ακονίσει, έψαχνε ειδικές πέτρες –ακόνια– στις ποταμιές, τις ίδιες που χρησιμοποιούσαν για να ακονίζουν τσεκούρια, μαχαίρια και άλλα σιδερένια εργαλεία. Με αυτό το μπινέλι σκάλιζε τις ρόκες, βγάζοντας πάνω στο ξύλο μικρά σχέδια, πουλιά, λουλούδια και σταυρούς. Ακόμη, μόνος του χρησιμοποιούσε παλιά ξυράφια, τα οποία λέπτυνε με τρόχισμα στην πέτρα–ακόνη, για να γίνουν κοφτερά και έτοιμα για σκάλισμα.
Τις ρόκες τις έφτιαχναν συνήθως οι τσοπάνηδες στα βουνά, από έλατο. Η πιο απλή ήταν η ελατίσια ρόκα, πρόχειρη και λειτουργική. Θυμάμαι να λένε πως οι τσοπάνηδες, καθώς περπατούσαν στα βουνά, διάλεγαν έλατοκορφές από γερά, «πιανούμενα» λατσούδια. Τις έκοβαν σε τέτοιο σημείο ώστε να έχουν μήκος περίπου ένα μέτρο ή και παραπάνω. Έκοβαν την πολύ λεπτή κορυφή, που λύγιζε εύκολα, και καθάριζαν όλα τα κλαδιά που έβγαιναν σταυρωτά δεξιά κι αριστερά, αφήνοντας μόνο δύο, κοντά στην κορυφή.
Ύστερα ξεφλούδιζαν με επιμέλεια όλο το ξύλο. Τα δύο κλαδιά που είχαν αφήσει τα λύγιζαν προς τα πάνω και σφήνωναν τις άκρες τους σε δύο τρύπες που άνοιγαν πολύ κοντά τη μία στην άλλη. Έτσι γινόταν η ρόκα. Την άφηναν στον ήλιο να ξεραθεί καλά και ήταν έτοιμη για χρήση.
Υπήρχε και η σταυρόροκα, πιο δουλεμένη, φτιαγμένη από γερό ξύλο, ενώ το πιο σπάνιο και περίτεχνο είδος ήταν η μονοκόματη ρόκα, σκαλισμένη από ένα κομμάτι σκληρού ξύλου. Αυτές τις έφτιαχναν οι δεξιοτέχνες πελεκάνοι, που σκάλιζαν πάνω τους πουλιά, λουλούδια, φίδια, σταυρούς και άλλα σχέδια, τα οποία συχνά χρωμάτιζαν με φυσικές βαφές. Οι σκαλιστές ρόκες ήταν σπάνιες και πολύτιμες.
Το γνέσιμο του υφαδιού, αντίθετα, δεν απαιτούσε μεγάλη δεξιότητα. Γι’ αυτό το έγνεθαν κυρίως τα κορίτσια, που άρχιζαν να μαθαίνουν την τέχνη. Το υφάδι ήταν πιο χοντρό νήμα, πιο εύκολο στο πιάσιμο και στο στρίψιμο. Έτσι, σιγά-σιγά, μάθαιναν τα χέρια τους τη δουλειά.
Με τον ίδιο τρόπο γνέθονταν και τα τραγόμαλλα, για στημόνι και υφάδι. Από αυτά ύφαιναν χοντρά υφάσματα, βαριά και ανθεκτικά, χωρίς ιδιαίτερη καλαισθησία. Ήταν όμως γερά, φτιαγμένα για τη σκληρή ζωή, για τις ανάγκες της καθημερινότητας και όχι για το «μάτι».
Το αδράχτι ήταν απλό στην κατασκευή, ένα κυλινδρικό ξύλο με μυτερές άκρες, ενώ το σφοντύλι απαιτούσε πιο σκληρό ξύλο και μεγαλύτερη τέχνη.
Το γνέσιμο δεν ήταν απλώς εργασία· ήταν τρόπος ζωής, γνώση, συντροφικότητα και μνήμη. Μαζί με το νήμα, οι γυναίκες ύφαιναν την καθημερινότητα και την αντοχή της οικογένειας και του τόπου.
Όλα αυτά σήμερα μοιάζουν μακρινά. Μα όταν τα θυμάμαι, δεν θυμάμαι μόνο τις τεχνικές. Θυμάμαι τα χέρια που δούλευαν, τη μυρωδιά του ξύλου και του μαλλιού, τον ήχο του μπινελιού πάνω στο ξύλο και τη σιωπηλή γνώση που περνούσε από γενιά σε γενιά.
Βιβλιογραφία – Πηγές
Μέγας, Γ. Α., Ελληνική Λαογραφία, τόμος Β΄, Αθήνα (Εργασίες υφαντικής – οικοτεχνία)
Λουκάτος, Δ. Σ., Εισαγωγή στη Λαογραφία, Αθήνα.(Παραδοσιακές εργασίες και κοινωνική ζωή)
Προφορικές μαρτυρίες και προσωπικές μνήμες του συγγραφέως.
Μουσείο Πόρτης, «Η ρόκα – Το γνέσιμο», αναρτήσεις λαογραφικού περιεχομένου. Facebook: Μουσείο Πόρτης Τρικάλων.
Πολιτιστικός Σύλλογος Πολυδρόσου, «Η ρόκα και το γνέσιμο των μαλλιών», ιστολόγιο, 2014.
Αγιορείτης Νέστανης, History of Rokas, λαογραφικό ιστολόγιο, 2014.
Α.Κ.Ρ..
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου